Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Περί υγιεινής ...διατροφής

Ο Χριστός οικτίρει τους θεολόγους και εκκλησιαστικούς της εποχής του γιατί ούτε οι ίδιοι βρίσκουν τον δρόμο τους ούτε όμως και αφήνουν τους άλλους να τον βρουν, προφανώς διδάσκοντας ψευδείς διδασκαλίες. Αυτή η εικόνα μου ήρθε στον νου καθώς εντρυφώ στην εικόνα …του πτώματος! Του πτώματος της εκκλησίας. Η αλήθεια είναι ότι κάπως το ψυχανεμιζόμουν από καιρό, αλλά σταδιακά το ξεκαθαρίζω περισσότερο. Η προσπάθεια των θεολόγων και των εκκλησιαστικών να αποδείξουν ότι η εκκλησία είναι ζωντανή, δεν καταστρέφει μόνο τους ίδιους, αλλά στερεί και από τους άλλους την δυνατότητα να τραφούν από αυτήν.

Ας αφήσουμε κατά μέρος την εικόνα του πτώματος γιατί συνειρμικά μας πάει σε αηδιαστικά πράγματα και αυτά για τα οποία μιλάω δεν είναι υποχρεωτικά αηδιαστικά και ας επικεντρωθούμε σε μια άποψη, την άποψη ότι ο Χριστός είναι Θεός που έγινε άνθρωπος για να σώσει …τους ανθρώπους. Είναι εξόφθαλμο ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός και δεν έσωσε κανένα, εν τούτοις αρκετοί αξιόλογοι άνθρωποι αναλώνονται στο να αποδείξουν ότι, …τα φαινόμενα απατούν. Προφανώς έχουν τους λόγους τους που το κάνουν και είναι σεβαστοί. Προφανώς επίσης όσοι δεν έχουν τους ίδιους λόγους, δεν πείθονται με …τις αποδείξεις τους. Μέχρι εδώ καλά.

Το ερώτημα που θέτω είναι, άραγε, ο Χριστός που δεν είναι Θεός και η χριστιανική θρησκεία, που δεν είναι αληθινή, είναι άχρηστα πράγματα που καλόν είναι να τα αγνοούμε; Ή μήπως μπορούν να αποτελέσουν πηγές εσωτερικής τροφοδοσίας. Λοιπόν η άποψή μου είναι ότι όταν ο Χριστός νοηθεί ως αυτός που είναι, ένας άνθρωπος αλλά διδάσκαλος και η διδασκαλία του νοηθεί ως μια λίαν επιτυχής ανθρώπινη διδασκαλία, μπορεί να αποβεί όντως μια θετική παρουσία στην ζωή του σύγχρονου, αλλά προβληματισμένου περί τα υπαρξιακά θέματα, ανθρώπου. Όταν όμως νοηθεί όπως τον “πουλάει” η εκκλησία και οι θεολόγοι της, οδηγεί τον άνθρωπος στον μαρασμό, στο ναυάγιο, βέβαια σε ένα βάθος χρόνου. Όπως ακριβώς συμβαίνει με όλα τα ψέματα, είτε μιλάμε για ναρκωτικά είτε αναβολικά που προς στιγμή ανακουφίζουν τον άνθρωπο, σε βάθος χρόνου όμως τον καταστρέφουν.

Ο Χριστός είναι ένας δρόμος, όχι ο μοναδικός ούτε ο καλύτερος για όλους, αλλά εν πάση περιπτώσει για όσους έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα που έχουν επηρεασθεί από την διδασκαλία του. Και ο δρόμος αυτός έχει πάρα πολλές παραλλαγές, ο καθένας μπορεί να βρει μία κατάλληλη γι’ αυτόν. Υπάρχουν πολλές τεχνικές ανακάλυψης τέτοιων δρόμων, αλλά όλες υπακούουν σε μια πραγματικότητα, ότι οι άνθρωποι είναι …άνθρωποι. Κάθε τι το οποίο έχει αντέξει κάπως στην δοκιμασία του χρόνου, και όλες οι μεγάλες θρησκείες περνούν από αυτό το κριτήριο, αντιστοιχεί σε κάποια ανθρωπολογική πραγματικότητα.

Ε λοιπόν, στον σημερινό κόσμο που ελάχιστα μας αφήνει να αναρωτηθούμε για τον εαυτό μας, η σχετική μας απορία είναι μέγιστη και η γνώση της παράδοσής μας είναι ένας τρόπος για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και σε θεωρητικό αλλά κυρίως σε πρακτικό επίπεδο. Αρκεί να μην μπλέξουμε στις “αλήθειες” των παπάδων και των θεολόγων. Που βέβαια κάνουν ότι τους περνάει από το χέρι, θεμιτό και αθέμιτο για να μην τους ξεφύγουμε. Όμως πια είναι …ξεδοντιασμένοι!

Να ένας τρόπος να τους ξεφύγουμε: Να μάθουμε να …πιστεύουμε στον ανύπαρκτο Θεό!

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Λίγη ...προϊστορία


Στην ΕΜΕΣΕΘ θέλουμε να δούμε τον προβληματισμό αναφορικά με την σχέση της επιστήμης με την θρησκεία όσο πιο δημιουργικά μπορούμε. Το θέλουμε γιατί το πιστεύουμε, πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια δημιουργική σχέση. Η πείρα μας δείχνει ότι οι δύο χώροι δεν …αγαπούν μια τέτοια σχέση. Αυτό είναι κατανοητό, και για τις δύο πλευρές, όμως οι καιροί αλλάζουν και εν τούτοις οι ανάγκες των ανθρώπων παραμένουν ίδιες. Ίδιες με αυτές των ανθρώπων της εποχής του …Ομήρου! Ο άνθρωπος και οι ανάγκες του είναι αυτός που επιβάλει μια τέτοια δημιουργική σχέση εις πείσμα της αντίθεσης του “ιερατείου” και των δύο πλευρών.

Μια τέτοια σχέση όμως δεν προκύπτει από το πουθενά. Υπάρχει προϊστορία. Και δεν έχει προϊστορία μόνο στην δύση, αλλά και στον τόπο μας. Θεωρήσαμε λοιπόν ευκαιρία το γεγονός ότι είχαμε την δυνατότητα η πρώτη μας εκδήλωση να αναφέρεται στην προϊστορία αυτή, εδώ στον τόπο μας.

Προσωπικά μου ήταν άγνωστη και την βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί επεκτείνεται σε όλον τον βίο του Βυζαντίου αλλά και την περίοδο της τουρκοκρατίας. Και ναι μεν στην περίοδο αυτή η σχέση …σκιάσθηκε από την αντίστοιχη εξέλιξη στην δύση, στο Βυζάντιο όμως η σχέση ήταν πολύ πιο ζωντανή και αυθόρμητη.

Για όλα αυτά θα ακούσουμε στην πρώτη δημόσια εκδήλωση της ΕΜΕΣΕΘ που θα γίνει αυτό το Σάββατο στις 28/11/09 12 το μεσημέρι, στο φιλόξενο βιβλιοπωλείο του Αρμού, Μαυροκορδάτου 11, δίπλα στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στο κάτω μέρος της Ακαδημίας, τηλ. 2103304196.

Όσοι λοιπόν πιστοί (δηλαδή ενδιαφερόμενοι είτε για το θέμα είτε για την ΕΜΕΣΕΘ είτε και για τα δύο) προσέλθετε…


Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Περί ...πτωμάτων ο λόγος!

(Μην σας γελάει, η φωτό έχει σχέση με το κείμενο, ...αλλά κρυφή!)

Μερικές φορές λέω ή γράφω κάτι και μετά καθώς το σκέπτομαι αντιλαμβάνομαι ότι αξίζει πολύ περισσότερο από όσο νόμιζα αρχικά. Φαντάζομαι ότι αυτό θα συμβαίνει με όλους όσοι γράφουν αυτά που σκέπτονται.

Δεν θυμάμαι πότε, αλλά σε ένα σχόλιο που έγραψα κάτω από μια ανάρτησή μου, προφανώς ως απάντηση σε κάτι που έγραψε κάποιος αναγνώστης, χρησιμοποίησα και πάλι την εικόνα του πτώματος, για να περιγράψω την χριστιανική εκκλησία. Αυτή την φορά όμως συμπλήρωσα, ότι στην φύση τίποτα δεν πάει χαμένο και ένα πτώμα πάντα σε κάτι χρησιμεύει.

Ο νους μου ταξίδεψε σε μια σκηνή που είδα σε ένα από τα εκπληκτικά ντοκιμαντέρ που προβάλει τακτικά το Σκάΐ, όπου πλήθος ζώων ζούσαν τρώγοντας το κουφάρι μιας φάλαινας. Και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό που είχα γράψει ήταν πολύ σημαντικότερο από ότι μπορεί κανείς να δει σε μια πρώτη ανάγνωση. Ότι κάτω, μέσα, πίσω, όπως και να το πείτε, από την χριστιανική εκκλησία, υπάρχει πολύ περισσότερη τροφή από όση φαντάζονται …οι ευλαβείς χριστιανοί!

Υπάρχουν κάποιες προλήψεις που δυσκολεύουν πολύ την κατανόηση αυτού που θέλω να πω. Η λέξη πτώμα έχει έντονα αρνητικό χαρακτήρα και επομένως η χρήση της έχει ένα μειωτικό χαρακτήρα για την εκκλησία και εύκολα κανείς χάνεται στην διαμάχη για την αξία της εκκλησίας. Δεν θα κρύψω ότι και εγώ έχω χαθεί, όχι λίγες φορές, σε αυτό το μπέρδεμα. Παρά ταύτα μου φαίνεται ότι η εικόνα του πτώματος είναι πολύ αναπαραστατική. Για αυτό θα παρακαλέσω τον αναγνώστη να ξεχάσει λίγο τις αξιολογήσεις για να δει τι μπορεί να ωφεληθεί από την εικόνα αυτή.

Ένα πτώμα λοιπόν έχει μεγάλη θρεπτική αξία, αλλά δεν είναι φρέσκο κρέας, παρά ένα σάπιο κρέας. Πολλά ζώα όμως δεν κανένα πρόβλημα με αυτό, μπορούν να τραφούν θαυμάσια από αυτό. Άλλα όμως ζώα δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, ή είναι πιο εκλεκτικά. Αυτά έχουν πρόβλημα με τα σάπια κρέατα, αν λοιπόν ξεγελαστούν και νομίσουν ότι στο πτώμα θα βρουν φρέσκο κρέας θα απογοητευθούν, θα απορούν, δεν θα ξέρουν τι να κάνουν και το πιο πιθανό είναι απλώς να κάθονται όλο απογοήτευση και απορία και να κοιτούν το πτώμα. Μπορεί από καιρού εις καιρόν να κάνουν και κάποια δοκιμή, μπας και τελικά το κρέας δεν είναι σάπιο αλλά φρέσκο. Η μια απογοήτευση διαδέχεται την άλλη…

Πολλές φορές, γνωστοί μου συμπεριφέρονται έτσι, ένας τέτοιος μου ζωντάνεψε αυτήν την εικόνα. Διαπιστώνουν, αναγνωρίζουν ότι το κρέας της εκκλησίας είναι σάπιο και μετά με ρωτούν τι πρέπει να γίνει για να μοιάζει με φρέσκο. Βλέπουν ότι πρόκειται για πτώμα, και δεν θέλουν να το πάρουν απόφαση, ψάχνουν να βρουν αυτόν που θα το μετατρέψει σε φρέσκο.

Το θέμα είναι ότι αυτοί είναι εντελώς χαμένοι, γιατί ότι και να κάνουν το πτώμα παραμένει, εδώ και αιώνες, πτώμα, μόνο ένας ανόητος μπορεί να πιστεύει στα σοβαρά ότι τώρα θα κάνει αυτό που δεν έκανε εδώ και αιώνες. Και είναι χαμένοι γιατί δεν μπορούν να δουν τον πλούτο που περιέχει ένα …πτώμα, έτσι ώστε να φάνε κάτι και αυτοί. Αν πάρεις το κρέας του και το περιποιηθείς κατάλληλα, λέμε τώρα, μπορεί να σε σώσει από την πείνα. Έτσι λοιπόν αν δεις την εκκλησία και ότι αυτή εμπεριέχει, με το κατάλληλο βλέμμα, την δεις δηλαδή όπως είναι, χωρίς τα φτιασίδια της εκκλησιαστικής προπαγάνδας, μπορείς να ωφεληθείς και μάλιστα πολύ.

Το θέμα είναι ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι πεινάμε πολύ. Υπάρχουν πολλά …πτώματα για να φάμε, αλλά μια και γεννηθήκαμε εδώ δεν είναι άσχημη ιδέα να τραφούμε από το πτώμα της φάλαινας που το κύμα εξέβρασε στην δική μας ακτή.

Πες μας το μυστικό, μου λέει μια συνάδελφος, πως μπορείς και είσαι τόσο ήρεμος (στην ζούγκλα του σχολείου) –την ίδια απορία είχαν και τα παιδιά: Καλέ κύριε, γιατί δεν θυμώνετε;-. Αν τους έλεγα ότι τρέφομαι από ένα …πτώμα, τι λέτε να μου έλεγαν;

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Τέλος ...και δόξα τω Θεώ!

(Συνέχεια από τα προηγούμενα.)

(Και τα καλύτερα στο τέλος …τελειώνουν, φαντασθείτε τι συμβαίνει με τα μέτρια…)

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ώστε εμείς οι άνθρωποι να έχουμε μια κοινή αντίληψη γι’ Αυτόν. Αν ενδιαφερόταν, δεν είναι δυνατόν, θα εύρισκε τον τρόπο να μας πει κάτι πειστικό και ανθεκτικό στον χρόνο για τον εαυτό του. Προφανώς όμως δεν το έκανε αν και θα μπορούσε, επομένως δεν τον ενδιαφέρει. Αν αυτό το θέμα είναι αδιάφορο για τον Θεό μπορεί να είναι σημαντικό για τον άνθρωπο; Αν ο Θεός είναι αγαθός, ότι και να σημαίνει αυτό, τότε δεν μπορεί να είναι σημαντικό για τον άνθρωπο και ο Θεός να αδιαφορεί. Αν πάλι είναι πονηρός, τότε μπορεί η στάση του Θεού να κρύβει μοχθηρία. Απέναντι σε ένα μοχθηρό όμως Θεό, καμιά ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να εξασφαλίσει το ευ ζην! Για τον λόγο αυτό, κανένας μεγάλος πολιτισμός δεν πιστεύει ότι ο Θεός είναι μοχθηρός!

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι τελεσίδικο: Το να γνωρίζω με ακρίβεια την οντολογική πραγματικότητα του θείου δεν έχει σημασία για μένα. Επομένως το θέμα αυτό μου είναι αδιάφορο. Μπορώ όμως να προχωρήσω λίγο ακόμα την σκέψη μου. Μπορώ άραγε να φαντασθώ τον Θεό με ένα τρόπο που να θυμίζει αυτό που λέμε πρόσωπο; Μπορώ να φαντασθώ έναν προσωπικό Θεό; Και πάλι η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει εκεί έξω (από τον κόσμο) ένα πρόσωπο που να έχει την δυνατότητα να βλέπει το γίνεται μέσα (στον κόσμο) και να αδιαφορεί. Μπορώ λοιπόν να πω ότι ναι μεν μου είναι αδιάφορο το τι και το πώς είναι ο Θεός, πλην όμως μπορώ να πω ότι δεν είναι κάτι που να θυμίζει το ανθρώπινο πρόσωπο, να θέλει, να σχεδιάζει, να επικοινωνεί, να αγαπά.

Νομίζω ότι είναι πια αρκετά σαφές τι σημαίνει δεν πιστεύω στον Θεό ως οντολογική πραγματικότητα. Θεωρώ ότι είναι ένα ερώτημα η απάντηση του οποίου δεν με αφορά, δεν έχει νόημα. Όλες λοιπόν οι θεολογίες του παρελθόντος έχουν μόνο ιστορική αξία, ως στοιχεία του παγκόσμιου πολιτισμού και ως στοιχεία του κάθε επιμέρους πολιτισμού με τον οποίο είχαν και έχουν στενή αλληλεπίδραση. Η κάθε θεολογία εξακολουθεί να έχει σημασία και η γνώση της αξία, γιατί φωτίζει στοιχεία πολιτιστικά αλλά και γιατί εξηγεί και ερμηνεύει κοινωνικές συμπεριφορές που αλλιώς μένουν λίγο ή πολύ ανερμήνευτες.

Τι συμβαίνει όμως με τον άλλη εκδοχή της εννοίας του Θεού, με το ερώτημα του Θεού ως βιωματική εμπειρία. Αυτή προφανώς και εμφανίζει ενδιαφέρον. Ο Θεός ως βίωμα παίζει σημαντικότατο ρόλο στην ζωή των ανθρώπων από την αρχή της εμφάνισής τους επί της Γης μέχρι και σήμερα, άλλοτε θετικό και άλλοτε αρνητικό. Την εμπειρία αυτήν ερμηνεύουν και χειραγωγούν οι διάφορες θρησκείες με τον δικό τους τρόπο η κάθε μια και το μόνο που ξέρουμε είναι ότι κανείς δεν είναι αληθινός. Αν και κάθε μια καλεί τους πιστούς όλων των άλλων να δεχθούν την δική της πίστη καμιά δεν μπορεί να πείσει, ούτε καν τους δικούς τηξς πιστούς, αλλά ταυτόχρονα είναι έτσι δεσμευμένη ώστε δεν μπορεί να εγκαταλείψει την δική της θεολογία και ερμηνεία για χάριν κάποιας άλλης θρησκείας.

Η ύπαρξη των πολλών θρησκειών αποδεικνύει θα έλεγα οριστικά ότι το ερώτημα για τον Θεό έχει περιορισμένο ενδιαφέρον, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για το περιεχόμενο των παραδόσεων που ανέπτυξαν οι πολιτισμοί με βάση την θρησκεία τους. Μπορεί με βάση τα προνεωτερικά δεδομένα οι παραδόσεις να συγκρούονται μεταξύ τους και όντως να οδήγησαν σε βίαιες συγκρούσεις, πλην όμως σήμερα ζούμε σε ένα κόσμο που αναζητά συνθέσεις και σημεία ισορροπίας και όχι λογικές αποκλειστικότητας.

Θεωρώ λοιπόν ότι να υπάρχει ένας άλλος τόπος, έξω από όλες τις θρησκείες, όπου αυτές θα μπορούσαν να συναντηθούν μεταξύ τους. Ένας τέτοιος υποψήφιος τόπος μπορεί να είναι ο χώρος της επιστήμης. Η σύγχρονη δυτική, κατά κύριο λόγο, επιστήμη έχει κατακτήσει την εμπιστοσύνη όλων των λαών για ένα πλήθος θεμάτων, και θα μπορούσε κάλλιστα να επιτελέσει αυτό το ενοποιητικό έργο. Μια τέτοια προοπτική κάθε άλλο παρά αυτονόητη ή εύκολη είναι, δοθέντος του βεβαρυμμένου παρελθόντος, αλλά και παρόντος, της σχέσης της επιστήμης με την θρησκεία. Στο βιβλίο όμως αυτό θα δείξω ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό, ότι πράγματι είναι δυνατόν να συναντηθεί η βιωματική διάσταση όλων των θρησκειών σε ένα χώρο επιστημονικό, έτσι ώστε να υπάρξει τρόπος συνεννόησης και συνδιαλλαγής χωρίς την απεμπόληση των ιδιαιτέρων εκείνων στοιχείων που καθιστά την κάθε θρησκεία μοναδική, εκθέτοντάς της ταυτόχρονα σε μια μη καταστροφική αλλά δημιουργική κριτική.

Έτσι μπορεί κανείς να αποστεί πλήρως από την ιδέα ότι η όποια θρησκεία έχει κάποια απόλυτη γνώση σχετικά με τον κόσμο και τον άνθρωπο, και ταυτόχρονα να έχει την άνεση, αλλά και τα εργαλεία για να επιλέξει τα στοιχεία εκείνα από τις πρακτικές της που καθιέρωσε ο χρόνος, χωρίς να υποκύπτει στις εξουσιαστικές απαιτήσεις των διαφόρων ιερατείων.

Αυτή η φιλόδοξη προοπτική μπορεί να γίνει πραγματικότητα αναπτύσσοντας μια νέα κατανόηση του Θεού και για την ακρίβεια μια νέα ερμηνεία της βιωματικής διάστασης του Θεού. Μια κατανόηση που να θεμελιώνεται στις γνώσεις και τα εργαλεία της σύγχρονης επιστήμης και η οποία να μπορεί να μεταφραστεί στις διάφορες πολιτιστικές παραδόσεις φωτίζοντας με δημιουργικό τρόπο τις θρησκείες. Μια τέτοια κατανόηση μπορεί να είναι επιτυχής όταν λαμβάνει υπ’ όψιν της στο (κατά το δυνατόν) σύνολο των γνώσεων και των δεδομένων που μπορεί να έχει ένας σύγχρονος άνθρωπος πρόσβαση. Μπορεί σε μια πρώτη προσέγγιση ένα τέτοιο πρόγραμμα να φαίνεται εξαιρετικά φιλόδοξο, όμως όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, υπάρχουν τα απαραίτητα εργαλεία αλλά και υλικά που το καθιστούν αρκετά ρεαλιστικό.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Θεός; ευχαριστώ, δεν θα πάρω!

(Συνέχεια από τα προηγούμενα)

Τώρα είναι αρκετά κατανοητή η απάντηση που δίνω όταν με ερωτούν: Πιστεύεις στον Θεό; Η απάντησή μου είναι πιστεύω στον Θεό, ως βίωμα αλλά δεν πιστεύω στον Θεό ως οντολογική πραγματικότητα. Το πρώτο σκέλος της απάντησής μου είναι πια φανερό και νομίζω ότι είναι αυτό που κάνει ιδιαίτερο ό,τι θα αναπτύξω στην συνέχεια πάνω σε ένα θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί τόσα!

Θα κάνω μια απλούστευση για να μπορέσω να προχωρήσω. Δεν θα λεπτολογήσω σχετικά με το περιεχόμενο της λέξης Θεός. Ας συμφωνήσουμε ότι με την λέξη Θεό εννοούμε αυτό που χοντρικά όλοι έχουμε στο μυαλό μας, και μας το διδάσκουν οι διάφορες θρησκείες. Σε κάθε περίπτωση πίσω από την λέξη Θεός κρύβεται μια πραγματικότητα που υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. Σε αυτήν την πραγματικότητα οι διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις αποδίδουν χαρακτηριστικά που λίγο πολύ την καθιστούν εμπρόθετη, δηλαδή θεωρούν ότι ο Θεός έχει συγκεκριμένες προθέσεις που μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τους ανθρώπους.

Η χριστιανική εκκλησία διατείνεται ότι έχει την πληρέστερη κατανόηση και επομένως την ακριβέστερη διδασκαλία περί του Θεού. Θεμελιώνει δε την άποψή της αυτήν πάνω στην ιδιαίτερη σχέση που έχουν αναπτύξει με τον Θεό οι άγιοί της και οι θεολόγοι της, ξεκινώντας από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τους αποστόλους και τους αγίους μέχρι σήμερα. Στο βιβλίο Σοκ και Δέος έδειξα ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ότι η χριστιανική διδασκαλία δεν είναι αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερης σχέσης κάποιων ανθρώπων με τον Θεό, αλλά αποτέλεσμα της δημιουργικής θρησκευτικής φαντασίας των χριστιανικών κοινοτήτων οι οποίες συνέχισαν το έργο των ιουδαϊκών κοινοτήτων αξιοποιώντας και την ελληνική φιλοσοφική σκέψη και παράδοση. Σε κανένα σημείο η χριστιανική σκέψη ούτε παλιότερα ούτε τώρα, δεν ξεφεύγει από τα όρια των γνώσεων της κοινωνίας της κάθε εποχής.

Αυτό που γνωρίζω καλά για τον χριστιανισμό θεωρώ ότι ισχύει και για τις άλλες θρησκείες, ειδικά τις μονοθεϊστικές. Δεν νομίζω όμως ότι οι άλλες εξαιρούνται από τα όσα θα πω στην συνέχεια, τουλάχιστον στον βαθμό που γνωρίζω, γιατί ως εκ του …επαγγέλματος γνωρίζω λίγο από όλες.

Τώρα πρέπει να επισημάνω κάτι που είναι σημαντικό και καθόλου αυτονόητο για τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών στον τόπο μας, και επομένως για την θρησκευτική μας αγωγή. Ότι δηλαδή το γεγονός ότι οι Θεοί των θρησκειών είναι ανύπαρκτοι, αυτό δεν συνεπάγεται ούτε είναι καν ένδειξη ότι δεν υπάρχει Θεός! Απλώς μας φανερώνει ότι οι ιδέες που ανέπτυξε η ανθρωπότητα για την θεότητα είναι λανθασμένες.

Μήπως όμως η αντίθετη γραμμή σκέψης μπορεί να σταθεί, μπορούμε άραγε να βγάλουμε από την μέση την έννοια του Θεού; Μένοντας έστω μόνο σε κοσμολογικό επίπεδο, αν κανείς είναι λίγο συνεπής στην χρήση των εννοιών, καταλαβαίνει ότι δεν είναι δυνατόν ούτε τώρα ούτε στο μέλλον να απαλλαχθούμε από την επίκληση εννοιών που έχουν θεϊκές ιδιότητες. Πράγματι εφόσον η γνώση που μπορούμε να αποκτήσουμε περιορίζεται από τα φωτόνια που φθάνουν σε εμάς, είναι γνωστό ότι μπορούμε να γνωρίσουμε είτε τώρα είτε στο μέλλον μόνο ένα τμήμα του σύμπαντος. Πάντα θα υπάρχει το πιο πέρα και πάντα θα υπάρχει το πρόβλημα της αρχής, ή της αιτίας των φυσικών νόμων. Ακόμα και αν βρεθεί η Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία, πάντα θα υπάρχει το ερώτημα από πού προήλθε αυτή.

Σε τελική ανάλυση πάντα θα έχουμε την ανάγκη να επικαλούμαστε κάτι που θα έχει, όπως είπα, θεϊκές ιδιότητες, με την έννοια ότι θα έχει ιδιότητες που ξεπερνούν κατά πολύ αυτό που θεωρούμε φυσικό. Δεν χρειάζεται να λεπτολογήσει κανείς επ’ αυτού πολύ. Ας ονομάσουμε συμβατικά Θεό, οτιδήποτε μπορεί να κρύβεται, να είναι η αιτία, ή να παράγει κατευθύνει κλπ. τον κόσμο που βλέπουμε. Αυτόν τον Θεό λοιπόν, δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε άμεσα, υπάρχει άραγε λόγος για να θέλουμε κάτι τέτοιο; Η περιέργειά μας είναι ένας προφανής τέτοιος λόγος, όμως δεν είναι αρκετός για να δείξουμε και ιδιαίτερο πάθος στην αναζήτησή μας αυτή. Πιθανόν όμως η τυχόν γνώση του Θεού να έχει σημασία για την ζωή μας. Πολλοί θα στοιχημάτιζαν πάνω σε αυτήν την υπόθεση.

Για ποιον άραγε λόγο θα μπορούσε να είναι σημαντική για την ζωή μας η σωστή απάντηση στο περί Θεού ερώτημα; Υπάρχει μια απάντηση που δίνουν από κοινού όλες οι μεγάλες θρησκείες και πλήθος μικρότερων. Μπορεί εμείς να μην μπορούμε να βγούμε έξω από τον κόσμο και να δούμε τον Θεό, αυτός όμως μπορεί να μπει μέσα στον κόσμο και να μας μιλήσει για τον εαυτό του και κυρίως για το τι θέλει από εμάς, πως πρέπει εμείς να ζούμε. Αν πράγματι αυτό αληθεύει, τότε το θέμα παρουσιάζει μέγιστο ενδιαφέρον. Δεν είναι φρόνιμο να αδιαφορεί κάποιος για αυτά που θέλει ο Θεός!

Μπορεί όμως να αληθεύει κάτι τέτοιο; Θεωρώ ότι η απάντηση είναι τελεσίδικα αρνητική. Αυτό που την καθιστά τελεσίδικη δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι αυτήν την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές αλλά και την στιγμή που θα διαβάζονται, εξακολουθούν να υπάρχουν εκ παραλλήλου, ζωντανές, και κάποιες φορές ακμαίες, πολλές θρησκείες. Υπάρχουν και όμως ταυτόχρονα παρουσιάζουν τρομαχτικές αδυναμίες και στην θεωρία και στην πράξη, έτσι ώστε κανείς λογικός άνθρωπος να μη μπορεί να ισχυρισθεί με σοβαρότητα ότι τελικά κάποια από αυτές θα επικρατήσει, εννοείται όχι δια της βίας.

(Στην συνέχεια …το τέλος)