Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Παρακαλώ, αν κάποιος άφησε κάποιο σχόλιο και δεν δημοσιεύθηκε, να το ξαναστείλει γιατί από λάθος μου (ξέχασα να δηλώσω διεύθυνση e-mail) δεν πήρα κάποιες ειδοποιήσεις. Συγνώμη για την ταλαιπωρία!

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Με αφορμή τον Παρθενώνα


Κάθε φορά που επισκέπτομαι τον Παρθενώνα μένω ενεός…


Πάνω στην Ακρόπολη υπάρχουν και άλλα μνημεία. Το Θησείο είναι υπέροχο, η Αγορά το ίδιο. Ο Παρθενώνας όμως μου μιλά τελείως διαφορετικά. Είναι ένας βαθύς λόγος, ένας λόγος που μου φαίνεται άρρητος. Τέτοιους λόγους δεν προσπαθώ να τους αναλύσω απλά τους αισθάνομαι… Είναι όμως λόγοι και ως τέτοιοι βάζουν την σκέψη μου σε κίνηση: Τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί που μπορέσαν να εκφράσουν τέτοιο λόγο με τέτοια μέσα; Μπορεί άραγε να βγήκε αυτός ο λόγος κατά λάθος; Τι γνώριζαν οι αρχιτέκτονες της Ακρόπολης και μπόρεσαν να μιλήσουν έτσι; Τι άραγε χάθηκε από την ανθρώπινη γνώση κατά την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού;


Για μένα η απάντηση είναι μία: Χάθηκε η εσωτερική κατανόηση του βάθους των πραγμάτων, δεν μιλώ για θεολογικό ή φιλοσοφικό βάθος, αλλά για καθαρά φυσικό…


Δεν μπόρεσα να ταξιδέψω όσο θα ήθελα, ώστε να επισκεφθώ άλλα ανάλογα μνημεία μακρινών πολιτισμών και να ακούσω τον λόγο τους. Έχω όμως ακούσει τον λόγο άλλων “δικών μας” μνημείων π.χ. ήταν, στα αυτιά μου, πολύ ηχηρός ο λόγος του Καρυέ Τζαμί (Μονή της Χώρας) στην Κωνσταντινούπολη, αγώνας εξόδου στην ζωή…

Τί παράξενο όμως. Ο λόγος του Παρθενώνα εκπέμπεται από το εξωτερικό προς όλους, ο λόγος της Μονής της Χώρας εκπέμπεται από το εσωτερικό, μόνο για αυτούς που είναι μέσα…


Είναι άραγε τυχαίο;


Σχετίζεται άραγε με σύγχρονες στάσεις της ελληνικής κοινωνίας;

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Ο νόημα του θανάτου


Για μένα η τέχνη και ειδικά ο κινηματογράφος είναι μεγάλο σχολείο. Δεν έχω ειδικές γνώσεις για να κρίνω την σκηνοθεσία ή την ηθοποιία. Δεν πολυασχολούμαι με αυτά, αφήνομαι κυριολεκτικά στην θέα της ταινίας. Το μόνο που θέλω είναι η ποιότητα στην εικόνα. Αυτό που πάντα τραβάει την προσοχή μου είναι το παιχνίδι που κρύβεται πίσω από την ιστορία, πίσω από την δράση, το νόημα, το μήνυμα, η άλλη οπτική, αυτό που δεν ξέρω, αυτό που γίνεται αφορμή να σκεφτώ, το βίωμα που νοιώθω, πάνω από όλα αυτό.

Όσο πιο άγνωστα σε μένα είναι όλα αυτά τόσο περισσότερο με συναρπάζει μια ταινία. Πολλές φορές όμως με συναρπάζει μια ταινία γιατί σε αυτήν αναγνωρίζω οπτικοποιημένες πραγματικότητες που με έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα, όπως συμβαίνει με τις ταινίες Ανταλλαγή και Αμφιβολία για τις οποίες, αφού τις ξαναδώ θα μιλήσω ειδικά. Πιστεύω ότι στις περιπτώσεις αυτές ο μέσος θεατής δεν θα αισθανθεί τίποτα από αυτά που συνάρπασαν εμένα…

Είδα λοιπόν μια ταινία, την κατέβασα και την είδα, δεν ξέρω αν κυκλοφόρησε στα ελληνικά ούτε ποιος ο ελληνικός τίτλος της. The day Earth stood still. Το σενάριο ήταν κάπως έτσι: Ξαφνικά εμφανίζονται εξωγήινοι που προσεδαφίζονται στο Central Park όντας παντοδύναμοι αλλά όχι επιθετικοί. Ήρθαν να εξαφανίσουν το ανθρώπινο είδος γιατί απειλεί την ύπαρξη της Γης και καθώς δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι πλανήτες στο σύμπαν συμφέρει να χαθεί ένας είδος (οι άνθρωποι) και να σωθεί ο πλανήτης Γη. Η καταστροφή αρχίζει αλλά παράλληλα μια (οπωσδήποτε πολύ όμορφη) επιστήμων με το υιοθετημένο (μιγάδικο) παιδάκι της προσπαθούν και τελικά πείθουν τον (οπωσδήποτε πολύ όμορφο) εξωγήινο που κατοικεί σε σώμα ανθρώπινο, να σταματήσει το κακό. (συνήθως τα τρίο στον κινηματογράφο δεν είναι κανονική οικογένεια, Αυτός, Αυτή και το παιδί κάποιων άλλων). Το κακό σταματά αλλά με τίμημα (at a price!) την απώλεια του τεχνολογικού εξοπλισμού των ανθρώπων…

Δεν ξέρω τι θα πουν οι ειδικοί για την ταινία, αλλά εγώ χάθηκα μέσα σε αυτήν. Όταν τέλειωσε, έπεσαν οι τίτλοι του τέλους, ένοιωσα ένα βίωμα που με έκανε να γράψω όλα αυτά. Ζώντας άμεσα την αίσθηση της ολικής καταστροφής ένοιωσα την ζωή με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο. Όλες οι αξιολογήσεις άλλαξαν, το τι είναι σημαντικό και τι όχι πήρε τελείως διαφορετικό νόημα. Για δευτερόλεπτα ένοιωθα βαθιά ότι πλήθος “σημαντικών” πραγμάτων είναι εντελώς ασήμαντα και μου φαινόταν παράξενο το γεγονός ότι τα έδινα σημασία… Αυτό το βίωμα, σε αυτήν την ένταση δεν περιγράφεται…

Αυτή είναι η αξία του θανάτου. Δεν θα πω ότι γι’ αυτό έδωσε ο Θεός τον θάνατο. Αυτή η σκέψη μου φαίνεται αστεία. Ο θάνατος είναι το απόλυτο κακό και τίποτα δεν τον δικαιολογεί. Όμως, όπως κάθε τι άλλο έχει και μια θετική όψη. Τονίζει την ζωή, την κάνει ευδιάκριτη, αναδεικνύει τις λεπτομέρειές της, όπως το μαύρο φόντο των φωτογραφιών. Είναι τραγικό λάθος να τον απωθούμε, να κάνουμε πως τον αγνοούμε ή να καταφεύγουμε σε μια θρησκεία για να ξεφύγουμε από αυτόν…

Τότε το “Χριστός Ανέστη” γίνεται ένα ξέπλυμα της ζωής μας, ισοδύναμο με την απώλειά της, την οποία υφιστάμεθα με την μετάθεσή της σε μια μεταθανάτιο αξία…

Το λένε εσχατολογική προοπτική…


Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Συνέντευξη στον Βασίλη Καλαμαρά για την Ελευθεροτυπία


Αφού σπουδάσατε θετικές επιστήμες, Θεολογία, γίνατε μοναχός και κληρικός. Εχετε πλέον εγκαταλείψει τον εκκλησιαστικό χώρο και διδάσκετε Θεολογία στη Μέση Εκπαίδευση. Εκ των υστέρων, αντιλαμβάνεσθε αυτές τις μεταβάσεις-περάσματα ότι αποτελούν την έκφραση μίας και αδιαιρέτου περιπέτειας;

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΜΕΣΚΟΣ: Οταν βλέπει κανείς την πορεία μου, ίσως θεωρήσει ότι οι σταθμοί αυτοί σηματοδοτούν αλλαγές της προσωπικότητάς μου. Η δική μου αντίληψη είναι ότι σ' όλη αυτή την πορεία παρέμεινα θεμελιωδώς ο ίδιος και αντέδρασα στις περιστάσεις των καιρών. Δηλαδή, συγκεκριμένες συνθήκες μιας συγκεκριμένης εποχής με ώθησαν προς τον μοναχισμό - θα γράψω σύντομα γι' αυτό. Η αλλαγή λοιπόν στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμουν τα πράγματα με οδήγησε στην απόφαση ν' αλλάξω πορεία.

Κάποια στιγμή σάς προκάλεσαν ασφυξία τα μαύρα ρούχα του μοναχού;

Γ.Α.Μ.: Οχι. Παρ' όλο που ίσως αυτό πιστεύουν μερικοί. Προσωπικά χάρηκα πολύ τα χρόνια, τα οποία έζησα ως μοναχός, γι' αυτό δεν έχω καμία δυσκολία να μιλώ γι' αυτά.

Ποιες είναι οι χαρές της μοναστικής ζωής;

Γ.Α.Μ.: Η χαρά της πνευματικής ζωής είναι η προσευχή. Επί είκοσι χρόνια ήταν η χαρά μου.

Υπάρχει διαφορά ως προς την ενεργειακή ένταση από προσευχή σε προσευχή;

Γ.Α.Μ.: Βεβαιότατα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι προσευχής, ανάλογα με την ποικιλία των καταστάσεων και την ποικιλότητα των προσώπων.

Εχει όρια; Κι αν ναι, πότε αυτά ξεπερνιούνται;

Γ.Α.Μ.: Κατά τη γνώμη μου, περιορίζεται από τα ψυχοσωματικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου.

Η μυστική εμπειρία μπορεί να περιγραφεί με λόγια ή δεν πρέπει να μιλάμε γι' αυτήν;

Γ.Α.Μ.: Πιστεύω ότι αυτός που τη βιώνει, δεν την περιγράφει ως δικό του βίωμα, αλλά επειδή είναι μία ανθρώπινη εμπειρία μιλάμε και συζητάμε γι' αυτήν.

Αυτή η εμπειρία ξεφεύγει από την πραγματική πραγματικότητα;

Γ.Α.Μ.: Οχι. Η μυστική εμπειρία είναι στοιχείο της πραγματικής φυσικής πραγματικότητας. Δηλαδή, μιλώντας φιλοσοφικά, πιστεύω ότι ερμηνεύεται νατουραλιστικά.

Είναι σαν ένα φως φωτεινότατο;

Γ.Α.Μ.: Εχει την αίσθηση του φωτός, αλλά προσωπικά δεν πιστεύω ότι προκαλείται από εκπομπή φωτονίων ή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

Η ερμηνεία αυτής της αίσθησης είναι πέρα από τη Φυσική και πέρα από τη Θεολογία;

Γ.Α.Μ.: Ερμηνεύεται με τη σύνθεση της Φυσικής με τη Θεολογία. Αυτή η σύνθεση καταλήγει στο να αποδοθεί φυσική υπόσταση στην πληροφορία. Δηλαδή, η πληροφορία να συνιστά ένα μη αναγώγιμο σε κάτι άλλο φυσικό στοιχείο του Σύμπαντος, όπως είναι η ύλη και η ενέργεια.

Με την επιστήμη της Κβαντομηχανικής καταργήθηκε ο Θεός;

Γ.Α.Μ.: Δεν θα πω μόνον όχι, αλλά θα πω ότι κάθε άμεση ανάμειξη της Κβαντικής Φυσικής με θεολογικά θέματα συνιστά βιασμό και της Κβαντικής Φυσικής και της Λογικής.

Τον Θεό έχουμε τη δυνατότητα να τον σκεφτόμαστε με τη Λογική;

Γ.Α.Μ.: Η Λογική έχει ένα πεδίο εφαρμογής. Κάποιο τμήμα της έννοιας του Θεού εμπίπτει στον χώρο αυτό, με συνέπεια οι λογικές κατασκευές των θεολογιών και των θρησκειών να εμπίπτουν στα όρια και στον έλεγχο της Λογικής.

Στο βιβλίο σας «Σοκ και δέος» υποστηρίζετε ότι η πίστη στη θεότητα του Χριστού σβήνει, όπως κάποτε έσβησε η πίστη στο λάλον ύδωρ του Απόλλωνος;

Γ.Α.Μ.: Η φράση «Ο Χριστός είναι Θεός» έχει χάσει όλο το αρχαίο περιεχόμενό της, και επομένως αυτό έχει ήδη συμβεί. Απλώς η κοινωνία μας δυσκολεύεται και θα δυσκολευτεί ακόμη να το χωνέψει.

Γιατί όμως;

Γ.Α.Μ.: Σ' αυτή την πίστη υπάρχουν εθνικές και πολιτικές επενδύσεις από πολύ παλιά. Αυτός είναι ο λόγος που δυσκολευόμαστε να ομολογήσουμε αυτά τα οποία στην πραγματικότητα καταλαβαίνουμε.

Ο χριστιανισμός που γνωρίζουμε είναι ο χριστιανισμός του Αποστόλου Παύλου;

Γ.Α.Μ.: Νομίζω ότι αυτό η βιβλική επιστήμη το θεωρεί δεδομένο, με την έννοια ότι ο Παύλος διαμόρφωσε την εικόνα που επικράτησε σχετικά με τον Χριστό.

Η επιστροφή στην θρησκεία είναι συγκυριακό φαινόμενο; Οι «προφητείες» του Σάμιουελ Χάντιγκτον περί σύγκρουσης των πολιτισμών θα δικαιωθούν;

Γ.Α.Μ.: Οι θρησκείες επιστρέφουν στο προσκήνιο και για συγκυριακούς λόγους, δηλαδή κοινωνικοπολιτικούς, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν βαθύτεροι υπαρξιακοί λόγοι που ευνοούν αυτή την επιστροφή. Η επιστήμη η οποία προσπάθησε να αντικαταστήσει τη θρησκεία δίνει πολλές απαντήσεις, αλλά αφήνει και καίρια κενά, όσον αφορά τα υπαρξιακά ερωτήματα των ανθρώπων. Ενας ώριμος άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς να έχει «τελικές» λύσεις στα υπαρξιακά του ερωτήματα. Ο μέσος άνθρωπος έχει ανάγκη «τελικών» απαντήσεων, τις οποίες μόνον η θρησκεία μπορεί να υποσχεθεί.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Η πολιτική και το "Χριστός Ανέστη"


Η προηγούμενη ανάρτηση έχει ένα βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα. Διαβάστε τι έγραφα τον Σεπτέμβριο του 2007, για τις πυρκαγιές της Ηλείας.

ΤΡΙΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν μια κοινωνία υφίσταται ένα πλήγμα και δεν καταφέρνει να το αντιμετωπίσει με επιτυχία είναι φυσικό να αναπτύσσεται στους κόλπους της προβληματισμός για τα αίτια της αποτυχίας. Αυτό συμβαίνει και με τις καταστροφικότατες πυρκαγιές του Αυγούστου του 2007. Και ο προβληματισμός αυτός αναπτύσσεται σε πολλά επίπεδα. Αναμφισβήτητα η κουλτούρα κάθε κοινωνίας επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά αυτή στις έκτακτες (καταστροφικές) καταστάσεις. Η διερεύνηση λοιπόν της πολιτιστικής συνιστώσας των αιτίων της αδυναμίας μιας ικανοποιητικής και αποτελεσματικής αντίδρασης της ελληνικής κοινωνίας στο πρόβλημα των πυρκαγιών, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Στο φύλλο της Καθημερινής της Κυριακής της 2/9/2007, υπάρχουν τρία άρθρα που διερευνούν αυτήν την συνιστώσα, τα οποία αν και μοιάζουν αρκετά άσχετα μεταξύ τους, εν τούτοις μέσα σε αυτά μπορεί κανείς να ανασύρει υλικό έτσι ώστε να αναδείξει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες όψεις αυτής της πολιτιστικής συνιστώσας.

Η αφετηρία είναι το άρθρο του κ. Ράμφου ο οποίος διατυπώνει την άποψη ότι το μείζον πρόβλημα του τόπου μας είναι πνευματικό και πρόκειται για την βυζαντινή κληρονομιά μας, δηλαδή την βυζαντινή παράδοση. Μια άποψη εξαιρετικά προκλητική, και, για τα αυτιά των περισσοτέρων, ανήκουστη. Ο κ. Ράμφος θα έχει τους δικούς του λόγους να την υποστηρίζει και ίσως θα πρέπει να τους αναπτύξει δεόντως. Καθώς και εγώ συμμερίζομαι αυτήν την άποψη έμμεινα έκπληκτος όταν διαβάζοντας τα δύο άλλα άρθρα διαπίστωσα ότι παρέχουν το αναγκαίο υλικό για την ερμηνεία και υποστήριξη της άποψης αυτής.

Στο βιβλίο μου, Ο Πλανήτης της Θεολογίας, έχω αναπτύξει την άποψη ότι η βυζαντινή πα-ράδοση καταλήγει να δημιουργεί ένα εικονικό σύμπαν στο οποίο οι αρχές της και οι διδασκαλίες της έχουν απόλυτη ισχύ, να δημιουργεί δηλαδή ένα ψεύτικο κόσμο τον οποίον όμως να αξιολογεί ως τον μόνο αληθινό και ο οποίος έχει αιώνια και απόλυτη αξία. Προκειμένου η απάτη να μένη αφανής, είναι αναγκαίο η παράδοση αυτή να εθίζει τον άνθρωπο στον πλήρη διαχωρισμό αυτού που συμβαίνει στην πραγματική ζωή, από αυτό που τον προτρέπουν να πιστεύει ότι συμβαίνει. Η μεγάλη ισχύς της Εκκλησίας βρίσκεται στο γεγονός ότι καταφέρνει να διατηρεί αυτόν τον διαχωρισμό, με την βοήθεια μιας πλειάδας ψυχολογικών και άλλων μηχανισμών. Αιώνες πριν από την δημιουργία του Second Life, η Εκκλησία έχει δημιουργήσει τον δικό της κόσμο, ζει στον δικό της εικονικό πλανήτη και όχι στην δική μας γη.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται κάτω από την άμεση ή την έμμεση επίδραση αυτής της παράδοσης, καθώς τα μέλη της, εξ απαλών ονύχων, είναι υποχρεωμένα στα σχολικά έδρανα να εθίζονται και εν τέλει να συμβιβάζονται με την ύπαρξη αυτού του διχασμού. Μια κοινωνία που έχει ενσωματωμένη στην κουλτούρα της μια τέτοια στάση απέναντι στην ζωή είναι μοιραίο να μην μπορεί να κάνει ποτέ ουσιαστική αυτοκριτική, να αποστρέφεται την κάθε είδους αξιολόγηση, να μην μαθαίνει ποτέ. Αυτήν όμως την πραγματικότητα δεν περιγράφει με γλαφυρότητα το άρθρο του κ. Χαρίδημου Τσούκα; Το δεύτερο της τριλογίας. Μια κοινωνία που εθίζεται στην ύπαρξη του εικονικού εκλησιαστικού σύμπαντος, δεν αντιδρά, δεν εξεγείρεται όταν αυτό προβάλει αξιώσεις και δικαιώματα ωσάν να είναι πραγματικό, μια τέτοια κοινωνία πως είναι δυνατόν να διέπεται από “μια κουλτούρα αποτελεσματικότητας, επαγγελματισμού, αξιοκρατίας και διαρκούς βελτίωσης ” και να μην “παγιδεύεται στην εντυπωσιοθηρία, τον κομματισμό και τη διαπλοκή”; Μια κοινωνία που εκπαιδεύεται να διαχωρίζει την θεωρία από την πράξη, πως είναι δυνατόν να μαθαίνει από αυτά που παθαίνει;

Οποιοσδήποτε έχει επαφή με την ελληνική πραγματικότητα θα συμφωνήσει με τις παρατηρήσεις του κ. Τσούκα, δεν θα θεωρήσει όμως ότι αυτονόητα συνδέονται με την επίδραση της ορθόδοξης παράδοσης στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και ευλόγως. Έρχεται όμως το τρίτο άρθρο της τριλογίας, αυτό του κ. Γιανναρά στο οποίο προσπαθεί, με έμμεσο τρόπο, να μας πείσει ότι ο εικονικός κόσμος της ορθόδοξης παράδοσης είναι η μόνη άξια λόγου πραγματικότητα.

Ο κ. Γιανναράς οικτίρει την Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας γιατί δεν μπορεί να δώσει μια ουσιαστική απάντηση στο τεράστιο ερώτημα του γιατί υπάρχει το κακό στον κόσμο. Μα στ’ αλήθεια είναι δυνατόν να έχει κανείς τέτοιες απαιτήσεις από ένα άθροισμα ηλικιωμένων ανθρώπων που αρέσκονται στα πολύχρωμα ρούχα και τις φανταχτερές χάνδρες, και που με δυσκολία μπορούν να αποφασίσουν για το αν μια κρουαζιέρα πρέπει να γίνει υπό την εποπτεία του Πατριαρχείου ή της Αρχιεπισκοπής; Ο κ. Γιανναράς δεν προβάλλει αυτήν την αξίωση ούτε από ανοησία ούτε από άγνοια, αλλά γιατί στον εικονικό πλανήτη όπου έχει ισχύ η θεολογία της ορθόδοξης παράδοσης, και την οποία ενστερνίζεται και προωθεί, όταν προκύπτουν τέτοια δύσκολα ερωτήματα, ο Θεός δίδει τις απαντήσεις φωτίζοντας με το Άγιο Πνεύμα τις συνόδους των επισκόπων. Και είναι τέτοια η δύναμη της εκκλησιαστικής προπαγάνδας ώστε και ο κ. Γιανναράς να μην έχει προσέξει την πλήρη διάψευση μέσα στην ιστορία της παραπάνω διδασκαλίας. Ποτέ η σύνοδος των επισκόπων δεν αποφάσισε κάτι ενάντια στην, ήδη προηγηθείσα, επιλογή της κρατικής εξουσίας, και όταν, εδώ και 6 αιώνες, η κρατική εξουσία έπαψε να ενδιαφέρεται για τα θεολογικά θέματα, καμία σύνοδος δεν αποφάσισε για κανένα θέμα, πέραν των διαδικαστικών και διοικητικών, όσων βέβαια δεν ήταν δυνατόν να παραπεμφθούν στην κρατική εξουσία.

Αυτά και άλλα πολλά όμοια τα γνωρίζει ο κ. Γιανναράς και όμως δεν τα λαμβάνει υπ’ όψιν του. Και υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό, τον περιγράφει στην συνέχεια του άρθρου του. Το θέμα δεν είναι η Σύνοδος αλλά “το θριαμβικό ψάλμα στις εκκλησίες «θανάτω θάνατον πατήσας». Στον πλανήτη της ορθόδοξης παράδοσης υποτίθεται ότι αυτό είναι μια εμπειρική πραγματικότητα όχι ψυχολογικής φύσεως. Όταν όμως μια Παράδοση κλείνει τα μάτια στην βίαιη και τραγική πραγματικότητα του θανάτου και αναπτύσσει ένα εικονικό κόσμο και βαπτίζει το όποιο βίωμα βιώνει ο άνθρωπος μέσα σε αυτόν, ως την πραγματική πραγματικότητα, τότε δεν υπάρχει τίποτα από την γήϊνη πραγματικότητα το οποίο να μην μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι το εικονικό, από κάτι το ουσιαστικά ψευδές.

Μια κουλτούρα που ακολουθεί το παραπάνω πρόγραμμα, και τέτοια είναι η ορθόδοξη κουλτούρα, δεν ενδιαφέρεται για την γήϊνη ζωή, αλλά υποκαθιστά την ζωή αυτή, μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου, με μια άλλη, εικονική. Μια τέτοια παράδοση υποβαθμίζει την λογική λειτουργία του ανθρώπου, μεγιστοποιεί τις πρακτικές διαχείρισης και υποταγής της ανθρώπινης σκέψης και βέβαια εθίζει τους ανθρώπους στο να αγνοούν αυτό που πραγματικά συμβαίνει και να μεταφέρονται στον κόσμο των φαντασιώσεών τους. Τότε μια κοινωνία που υφίσταται την επίδραση μιας τέτοιας παράδοσης μπορεί να ανέχεται την ηγεσία της να της λέει, την ώρα που οι φωτιές ζώνουν από παντού τον τόπο, ότι η πυροσβεστική άμυνα λειτουργεί άψογα…Τότε αυτή η κοινωνία μπορεί να μην βλέπει καμιά απειλή από το γεγονός ότι οι επιδόσεις της σχεδόν σε όλους τους τομείς είναι οι χειρότερες ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη, αλλά να αισθάνεται απειλούμενη από βιβλία του δημοτικού...

Μια κοινωνία είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος οργανισμός για να μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την πορεία της αποκλειστικά με μια ή περισσότερες παραμέτρους. Πρέπει όμως κάποτε να δουμε κριτικά την εκκλησιαστική παράδοσή μας. Μπορεί σήμερα να λειτουργεί ως εικονική πραγματικότητα, μπορεί τώρα να είναι κάτι σαν απολίθωμα, αλλά κάποτε ήταν η ελληνική κοινωνία που ζωοποιούσε αυτό το τωρινό απολίθωμα και με αυτήν την ζωή οφείλουμε να ξανασυνδεθούμε για να πορευθούμε με αποτελεσματικότητα στον στίβο του παγκόσμιου χωριού.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Το ψέμα του "Χριστός Ανέστη"



Την χώρα μου την αγαπώ όχι γιατί είναι η ομορφότερη ούτε η καλύτερη ούτε για άλλον λόγο παρά για το γεγονός ότι γεννήθηκα σε αυτήν! Όπως θα αγαπούσα κάθε άλλη χώρα στην οποία τυχόν θα γεννιόμουν. Τα τελευταία λοιπόν χρόνια, αυτήν την βδομάδα που ακολουθεί την Κυριακή του Πάσχα, καθώς την βλέπω να γλεντάει και να βγάζει έξω αυτά που ούτε η ίδια ξέρει ότι έχει μέσα της, απελπίζομαι για δαύτην…

Είναι το ψέμα του “Χριστός Ανέστη” που με απελπίζει!

Όχι μην νομίζετε ότι αναφέρομαι στο τυχόν ψευδές γεγονός της Ανάστασης του Χριστού! Ακόμα και να υποθέσουμε, ως υπόθεση εργασίας, ότι όντως ο ιστορικός Ιησούς δεν ανέστη, η πίστη στην ανάστασή του δεν …απειλεί την χώρα μου (μας)! Τώρα το γεγονός ότι αυτή η υπόθεση εργασίας έχει σοβαρά ερείσματα στα ίδια τα κείμενα, είναι …άλλης Κυριακής ανάγνωσμα.

Για σκεφτείτε παρακαλώ λιγάκι. Το είπα ήδη. Η πρόταση “Χριστός Ανέστη”, η φράση που κυριαρχεί στην κοινωνία μας τις μέρες αυτές είναι μια ομολογία πίστης. Δεν είναι το ίδιο με την ευχή Καλά Χριστούγεννα η Καλό Πάσχα, αλλά ομολογία πίστης στην ανάσταση του Χριστού. Ολόκληρη η κοινωνία μας περιστρέφεται γύρω από αυτήν την ομολογία. Και ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα; Το πρόβλημα το αποκαλύπτει το ερώτημα: Την εννοεί, την καταλαβαίνει, την αποδέχεται άραγε η κοινωνία μας αυτήν την ομολογία;

Από όλους όσους παραβρίσκονται το βράδυ της Ανάστασης στις εκκλησίες, ένα ελάχιστο τμήμα πιστεύει στην Ανάσταση και ξέρει τι είναι αυτό που πιστεύει. Ή έστω ξέρει περίπου τι πιστεύει. Ένα άλλο τμήμα αισθητά μεγαλύτερο πιστεύει στην Ανάσταση αλλά αν τους ερωτήσει κανείς, γιατί λέτε Χριστός Ανέστη και όχι π.χ. ο Λάζαρος Ανέστη ( μιλώ για τον Λάζαρο των ευαγγελίων που ανέστησε ο Χριστός) δεν θα είναι σε θέση να δώσει μια σοβαρή και συνεπή απάντηση, θα αυτοσχεδιάσει εκ του προχείρου. Μια ακόμα μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων θα πει ότι μάλλον δεν πολυπιστεύει στην Ανάσταση αλλά λέει το Χριστός Ανέστη είτε από συνήθεια είτε χωρίς να το πολυσκέπτεται. Η συντριπτική λοιπόν πλειοψηφία των συμπολιτών μας προβαίνει σε μια άκρως σημαντική ομολογία πίστης χωρίς να αισθάνεται και χωρίς να ενοχλείται από το ότι αυτή η ομολογία είναι άνευ αντικρίσματος, άνευ περιεχομένου, σχεδόν άνευ λόγου…

Κάθε φορά λοιπόν που ακούω ένα πολιτικό, ένα δημοσιογράφο, ή …ένα περαστικό να λέει Χριστός Ανέστη, τα αυτιά μου ακούν Χριστός Ανέστη αλλά στον νου μου καταγράφεται μια δημόσια ομολογία ότι σε αυτήν την κοινωνία μόνο τα λόγια έχουν αξία, δεν χρειάζεται να έχουν περιεχόμενο. Είναι η δημόσια ομολογία μια κοινωνίας ότι άλλο τα λόγια άλλο τα έργα, ότι εκείνο που μετρά είναι στα λόγια να είσαι in!

Μια τέτοια φανταστική πίστη στην Ανάσταση δεν έχει καμιά σχέση με την μεταμόρφωση της Σταύρωσης σε Ανάσταση, αλλά παραπέμπει στην πίστη ότι θα έρθει η Ανάσταση, με κάποιο μαγικό τρόπο, όπως μαγικά αναστήθηκε ο Χριστός, χωρίς να χρειαστεί να περάσουμε από τον Σταυρό. Εδώ βρίσκεται το μέγα κόλπο, η παράκαμψη του κόπου, του μόχθου, των έργων… Άραγε είναι δυνατόν να μην έχει σχέση αυτό το κόλπο με τα κόλπα που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία;

Τι προοπτική μπορεί να έχει μια τέτοια κοινωνία στο σύγχρονο χωνευτήρι των λαών του πλανήτη γη;

Και θα μου πει κάποιος γιατί σκάω. Έ είπαμε την αγαπώ την χώρα μου…

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Για τον Σταυρό


Πάντα μου προξενούσε θαυμασμό το γεγονός ότι ο δυτικός άνθρωπος αψηφά τον πόνο, τον κόπο ακόμα και τον θάνατο προκειμένου να πετύχει τις επιδιώξεις του. Για μένα δυτικός άνθρωπος είναι ο δυτικοευρωπαίος αλλά και ο αρχαίος Έλληνας και ο αρχαίος Ρωμαίος. Ο μεσαιωνικός Έλληνας ήταν διχασμένος, μισός ανατολίτης και μισός δυτικός, αυτό όμως είναι άλλο θέμα. Σκέπτομαι λοιπόν ότι ο αρχαίος έλληνας είδε πέρα από τον πόνο, πέρα από τον κόπο και το κακό, ότι πίσω από όλα αυτά αναδύεται το καλό. Έλεγε: Τα αγαθά κόποις κτώνται και ουδέν κακόν αμιγές καλού. Μια στάση θετική, δημιουργική που τον έκανε να επεκταθεί σε όλον τον (τότε) κόσμο. Μπορεί κανείς να πει ότι ήταν ευτύχημα ή φυσική συνέπεια το γεγονός ότι αυτή η στάση ενσωματώθηκε και στην θρησκεία του, τον χριστιανισμό.

Το όπλο του χριστιανισμού αλλά και η δύναμη του δυτικού ανθρώπου ήταν για αιώνες ο σταυρός. Μέσα από το σύμβολο αυτό εκφράστηκε, καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε αυτή η θετική και δημιουργική πνοή που χαρακτηρίζει το δυτικό άνθρωπο και τον διαστέλλει από τις υπόλοιπες κουλτούρες, για τις οποίες ο πόνος και ο κόπος είναι αρνητικά στοιχεία από τα οποία το μόνο το οποίο μπορεί να ελπίζει κανείς είναι το να λυτρωθεί. Ναι, είμαι ευτυχής που ζω σε κοινωνία που παλιά ήταν χριστιανική γιατί ξέρω ότι στο πολιτιστικό μου αίμα κυκλοφορεί η πίστη ότι την Μεγάλη Πέμπτη την ακολουθεί αναπότρεπτα το Πάσχα!

Καθώς θυμάμαι όμως τα λόγια των ευαγγελίων, θυμάμαι τα λόγια του Χριστού: όποιος θέλει ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθήσει. Και σκέπτομαι, η θετική και δημιουργική διάσταση του συμβόλου του σταυρού αναπτύχθηκε μετά τον θάνατό Του. Πως λοιπόν ο ευαγγελιστής βάζει τα λόγια αυτά στο στόμα του Χριστού; Μάλλον λοιπόν δεν είναι λόγια του Χριστού αλλά ιδέες του ευαγγελιστού που απηχούν αυτήν την θετικότητα της αρχαιοελληνικής σκέψης…

Ο σταυρός, όπως κάθε όπλο, έχει πολλαπλές χρήσεις. Όπως και κάθε τι το ανθρώπινο είναι γκρίζο, άλλοτε είναι καλό και εμπνέει δημιουργικά και άλλοτε μαυρίζει και γίνεται όπλο που εξολοθρεύει τους εχθρούς!

Είμαι ευτυχής που ζω σε εποχή κατά την οποία μπορώ να διαλέξω.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Ξανά στο διαδίκτυο



Μετά από πολλά χρόνια, επτά ολόκληρα, απουσίας από τον χώρο του διαδικτύου αποκτώ ξανά μια δική μου παρουσία με το Blog αυτό. Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον μου καταγράφεται στον υπότιτλο. Η αναζήτηση του αληθινού. Όχι της Αλήθειας. Ακόμα και αν υπάρχει μια Αλήθεια, ο τρόπος που την προσεγγίζουμε είναι πάντα υποκειμενικός και έτσι αν θεωρούμε ότι η υποκειμενική αυτή κατανόηση ταυτίζεται με την Αλήθεια τότε με αυθαίρετο τρόπο γενικεύουμε το μερικό και κάνουμε το υποκειμενικό απόλυτο. Τότε ανοίγουμε μια πύλη για να εισέλθει το ψεύδος, στην σκέψη μας και την ζωή μας.

Το ψεύδος αυτό συνιστά το κύριο χαρακτηριστικό της εκκλησιαστικής μας παράδοσης και είχε τεράστιες πολιτικές συνέπειες για την ελληνική κοινωνία από την εποχή που παγιώθηκε, δηλαδή πριν από 1000 με 1100 χρόνια και καταδυναστεύει την ελληνική κοινωνία μέχρι αυτές τις τωρινές ημέρες. Είναι ψεύδος που έχει μεν αφετηρία εκκλησιαστική αλλά διαχέεται σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος ρίχνει νέο φως στα καθημερινά μας προβλήματα.

Όταν τα ίδια προβλήματα μένουν ανεπίλυτα για δεκαετίες και διαρκώς ακούει κανείς τις ίδιες και τις ίδιες αναλύσεις που όμως δεν οδηγούν πουθενά, δεν μπορεί παρά να σκεφτεί ότι οι αιτίες του κακού βρίσκονται βαθύτερα, στα πολιτιστικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Το ψεύδος γίνεται σκοτάδι και το σκοτάδι μισεί το φως…

Υπάρχουν ισχυρά συμφέροντα επενδεδυμένα στο σκοτάδι του παρελθόντος. Μια φιλοδοξία έχω, να βοηθήσω να πέσει το φως του ενδιαφέροντος και της κριτικής σκέψης στο σκοτάδι που κρύβεται πίσω από τις λαμπρές σελίδες του πολιτιστικού μας παρελθόντος. Τότε θα φανεί ότι οι επενδύσεις αυτές ήταν άτυχες και ο καθένας ας κανονίσει την πορεία του.

Γνωρίζω ότι θίγω θέματα με ισχυρότατα συναισθηματικά και άλλα φορτία και ο διάλογος είναι δύσκολος. Θα τον κάνω όπου είναι αυτός εφικτός, και είναι εφικτός όταν υπάρχει κοινή διάλεκτος, κάτι που κάθε άλλο παρά είναι αυτονόητο ή εύκολο. Κοινή διάλεκτος δεν σημαίνει ταύτιση απόψεων, αλλά κατανόηση και συζήτηση επί των συγκεκριμένων απόψεων τις οποίες κατανοούν με περίπου όμοιο τρόπο και τα δύο μέρη. Θα κάνω λοιπόν διάλογο όταν αισθάνομαι ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις. Αλλιώς θα τον αποφύγω ως χάσιμο χρόνου…

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Παρουσίαση στην Θεσσαλονίκη




(Το παρακάτω κείμενο είναι η παρουσίαση του βιβλίου Σοκ και Δέος από τον συγγραφέα Αρσένιο Μέσκο, στο βιβλιοπωλείο του Αρμου, στην Θεσσαλονίκη στις 4/4/09)


Αγαπητοί φίλοι,

Στην σημερινή παρουσίαση θα είμαι σύντομος αποβλέποντας στο να περισσέψει ικανοποιητικός χρόνος για ερωτήσεις και συζήτηση. Ο λόγος είναι ότι πιστεύω ότι ο τίτλος του βιβλίου Σοκ και Δέος ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενό του. Το Σοκ και Δέος είναι ένα βιβλίο που πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να το χωνέψει και γι’ αυτό εύλογα και φυσιολογικά προκαλεί και απορίες και αντιδράσεις ίσως ακόμα και εχθρότητα, πράγματα τα οποία δεν φοβάμαι καθόλου και γι’ αυτό είμαι διαθέσιμος για να τα συζητήσω. Πιστεύω όμως ότι είναι ένα βιβλίο αναγκαίο, ένα βιβλίο λυτρωτικό, σαν το πικρό φάρμακο που όμως στο τέλος βοηθά τον οργανισμό να ανανήψει, να γίνει καλά. Πιστεύω λοιπόν πως το Σοκ και Δέος είναι ένα πικρό φάρμακο το οποίο έχει την δυνατότητα να βοηθήσει την ελληνική κοινωνία, στο μέτρο βέβαια που του αναλογεί, να βρει την κατεύθυνση που αναζητά. Είναι πικρό γιατί βγάζει την μάσκα από ένα εθνικό μας μύθο: την ανωτερότητα της Ορθοδοξίας απέναντι στις άλλες θρησκείες. Αυτός ο μύθος είναι ζωντανός στην κουλτούρα όλης της ελληνικής κοινωνίας, μας επηρεάζει όλους ασχέτως του αν θρησκεύουμε ή όχι και μάλιστα μας επηρεάζει έντονα αρνητικά.


Στο σημείο αυτό θα κάνω μια παρένθεση. Είναι ήδη φανερό και σήμερα αλλά και στα γραπτά μου, ότι μιλώ σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό δεν το κάνω για να προβάλω τον εαυτό μου, αλλά το αντίθετο. Για να υπογραμμίσω ότι λέω προσωπικές μου απόψεις και η μόνη τους νομιμοποίηση δεν είναι τίποτα άλλο από τα επιχειρήματα με τα οποία τις στηρίζω. Δεν επικαλούμαι καμιά άλλη αυθεντία. Και καταθέτω απόψεις για να κριθούν να εγκριθούν ή να κατακριθούν. Είμαι πρόθυμος να ακούσω τον αντίλογο αρκεί να είναι αντίλογος πάνω στις απόψεις που καταθέτω και αυτός να στηρίζεται σε επιχειρήματα. Σε προσωπικές κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν στηρίζονται σε επιχειρήματα δεν πρόκειται να απαντήσω. Γνωρίζω ότι αυτά που λέω σε αρκετούς προκαλούν έντονα συναισθήματα και θα παρακαλούσα ιδιαίτερα να γίνει η στάση μου αυτή κατανοητή και ει δυνατόν σεβαστή.

Για τις αρνητικές λοιπόν συνέπειες αυτού του μύθου στο παρελθόν αλλά και στο παρόν της ελληνικής κοινωνίας θα μιλήσω διεξοδικά στο μέλλον, τώρα ασχολούμαι με τον εκκλησιαστικό χώρο και αποδεικνύω ότι η τραγική κατάπτωσή του δεν οφείλεται στην κατάπτωση των προσώπων που τον συγκροτούν, αλλά στην σκοτεινή ιδεολογία της Ορθοδοξίας!


Αισθάνομαι την αντίδραση και τις ενστάσεις πολλών ανάμεσά σας: Η Ορθοδοξία σκοτεινή ιδεολογία; Αν είναι δυνατόν! Μα η Ορθοδοξία είναι φως που δυστυχώς το αμαυρώνουν σκοτεινοί άνθρωποι. Τόσοι άγιοι, τόσοι άνθρωποι που έζησαν στο θείο φως και μίλησαν για αυτό, πως είναι δυνατόν, αυτό στο οποίο πίστευαν να είναι σκοτεινό; Πολλοί από εσάς που με γνωρίζουν από παλιά ξέρουν ότι έχω ζήσει για δεκαετίες στον εκκλησιαστικό χώρο και επομένως θα πρέπει να καταλαβαίνουν ότι τις ενστάσεις αυτές, αλλά και όλες τις συνήθεις άλλες, τις γνωρίζω πολύ καλά και δεν θα ισχυριζόμουν τίποτα από τα παραπάνω αν δεν είχα υπερεπαρκείς απαντήσεις σε αυτές. Τις απαντήσεις αυτές άρχισα να παρουσιάζω ήδη από το προηγούμενο βιβλίο μου, την Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, και τις αναπτύσσω στο Σοκ και Δέος. Θα πρέπει όμως να πω ότι δεν τις έχω εξαντλήσει. Έχω να πω και άλλα και με αυτά θα αρχίζω το επόμενο βιβλίο μου που θα συνεχίζει το Σοκ και Δέος. Αλλ΄ όμως ήδη τα όσα έχω γράψει είναι υπέρ αρκετά για να απαντήσουν τις εν λόγω ενστάσεις. Τώρα θέλω να κάνω δύο σύντομες παρατηρήσεις. Κανένα εσωτερικό βίωμα δεν αποδεικνύει την ορθότητα του τρόπου με τον οποίο το ερμηνεύει το υποκείμενο του βιώματος, και ακόμα περισσότερο τρίτοι παρατηρητές. Και δεύτερον, άνθρωποι με βιώματα σαν αυτά των αγίων της ορθοδοξίας υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις του πλανήτη και χρησιμοποιούνται ως αποδείξεις της μοναδικής αλήθειας της κάθε παράδοσης!

Υπάρχει όμως ένα ακόμα θέμα που θέλω να διευκρινίσω πριν προχωρήσω. Το έκανα ήδη στον Πλανήτη της Θεολογίας, αλλά προφανώς δεν ήταν αρκετό. Ποια είναι άραγε η ορθόδοξη εκκλησιαστική θεολογία; Είναι άραγε ένα λάστιχο που μπορεί να πάρει ότι σχήμα θέλουμε; Αυτήν την εντύπωση έχουν αρκετοί από αυτούς που κυκλοφορούν στον εκκλησιαστικό χώρο οι οποίοι ειδικά όταν απευθύνονται προς τρίτους, ανθρώπους εκτός του χώρου δηλαδή, χρησιμοποιούν την θεολογία ως να είναι από πλαστελίνη και έτσι να μπορεί να παίρνει όποιο σχήμα είναι ευχάριστο για τους εκτός εκκλησίας ακροατές τους. Δεν ασχολούμαι με αυτήν την θεολογία. Για μένα η ορθόδοξη θεολογία είναι κάτι το αρκετά συγκεκριμένο και με σαφείς απόψεις και διδασκαλίες που αποτυπώνονται σε πλήθος λειτουργικών, ασκητικών, θεολογικών και άλλων κειμένων και βέβαια για να την γνωρίσει κάποιος πρέπει να αφιερώσει σημαντικό κόπο και χρόνο. Μέσα σε αυτήν την θεολογία υπάρχει ένας πυρήνας που είναι θεμελιώδης, αποτυπώνεται στο σύμβολο της Πίστεως. Αυτόν τον πυρήνα τον περιγράφω στο πρώτο μέρος του βιβλίου μου και είναι αυτός που δεν μπορεί να αρνηθεί, τουλάχιστον δημοσίως, κανείς από όσους εκφράζονται θεολογικά.

Αυτός ο πυρήνας λοιπόν ισχυρίζομαι ότι είναι σκοτεινός! Σκοτάδι, πέπλος αχλύς. Σκοτάδι που κάλυψε από την πρώτη στιγμή την πρώτη χριστιανική κοινότητα. Αυτό το σκοτάδι υπάρχει καταγεγραμμένο στα κείμενα ήδη της Καινής Διαθήκης. Τι είναι όμως αυτό το σκοτάδι; Μπορώ να το περιγράψω με διάφορους τρόπους, π.χ. η απολυτοποίηση του μερικού, η οντολογικοποίηση του ψυχολογικού. Λέει π.χ. ο απ. Πέτρος στον Ανανία: Δεν είπες ψέματα σε εμένα αλλά στο Άγιο Πνεύμα (Πραξ. 5.3). Η χρήση του συμβολικού μυθικού αρχέτυπου για την νομιμοποίηση της ιστορίας: Το έργο του ιστορικού Ιησού είναι η αποκατάσταση της αμαρτίας του Αδάμ. Η εισαγωγή μυθικών στοιχείων για την νομιμοποίηση συγκεκριμένων επιλογών ιστορικών προσώπων: Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, ας φάμε ας πιούμε γιατί αύριο θα πεθάνουμε! Και το σκοτάδι με την πάροδο του χρόνου απλώνεται και γίνεται πιο πυκνό, έτσι ώστε στο τέλος καταπνίγει ότι δημιουργικό και αξιοπρόσεκτο υπήρξε στην διδασκαλία του ιστορικού Ιησού.

Γιατί όμως το σκοτάδι αυτό επέζησε μέχρι σήμερα; Η απάντηση είναι γιατί οι θρησκείες επιζούν μέχρι σήμερα. Το σκοτάδι αυτό γρήγορα μεταμορφώθηκε σε θρησκεία, έγινε θρησκευτικό ρεύμα και καβαλώντας το, έφθασε μέχρι εμάς. Οι οπαδοί του, ω! της αχαριστίας, καθώς οι καταστροφικές του συνέπειες είναι αρκετά εμφανείς πια, αντί να προβληματισθούν αναφορικά με το ίδιο, κατακρίνουν την θρησκεία! Δεν θα μπορούσε όμως να επιβιώσει αν δεν εκπαίδευε την ελληνική κοινωνία, αλλά και τις άλλες ορθόδοξες κοινωνίες, έτσι ώστε να μην γίνεται αντιληπτό. Και όσον αφορά το θέμα αυτό δεν αναφέρομαι μόνο στους ανθρώπους του εκκλησιαστικού χώρου αλλά στο σύνολο της κοινωνίας. Η Εκκλησία, ως φορέας αυτού του σκότους έχει εκπαιδεύσει την ελληνική κοινωνία να θεωρεί ως κάτι το φυσιολογικό την πλήρη αποσύνδεση των έργων και των λόγων, την αποστροφή προς οιουδήποτε τύπου αξιολόγηση, την διαρκή εγκαταβίωση στον κόσμο της φαντασίας, στην αποδοχή του είσαι ότι δηλώσεις. Έτσι το σκότος δηλώνεται και πολιτογραφείται ως φως, η καταστροφή ως σωτηρία, η Εκκλησία μας σώζει και η Ορθοδοξία είναι …ανεκτική προς τους άλλους και πολύτιμο στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας! Οι συνέπειες για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας είναι πολύ πιο τραγικές απ’ ότι θα σκεφτεί κανείς. Θα αναφερθώ λίγο σε αυτές στο τέλος της ομιλίας.
Το Σοκ και Δέος είναι η φανέρωση αυτού του σκότους. Γι΄αυτό προκαλεί σοκ και δέος! Ποιος λοιπόν είναι ο πυρήνας τους σκότους; Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την διδασκαλία για την θεότητα του Ιησού. Την εποχή εκείνη σε όλη την υφήλιο υπήρχαν πολλοί θεοί που έγιναν άνθρωποι και άνθρωποι που έγιναν θεοί. Ο ιδρυτής όμως της χριστιανικής κοινότητας δεν μπορούσε να είναι σαν τους άλλους, έπρεπε να είναι ο όντως ένας και μοναδικός Θεός. Προκειμένου να στηριχθεί αυτή η πίστη κατασκευάζεται το οικοδόμημα της χριστιανικής θεολογίας με τον ίδιο τρόπο που κτίσθηκαν πολλοί χριστιανικοί ναοί. Με υλικά από τις οικοδομές άλλων θρησκειών. Αυτό το οικοδόμημα για αιώνες, πολλούς αιώνες, προσφέρεται ως η απόλυτη αλήθεια για τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η δυτική Ευρώπη ευτύχησε να έχει διαφορετική πορεία, στον τόπο μας όμως το οικοδόμημα φάνταζε αληθινό μέχρι πριν λίγα χρόνια, μόλις το 2002 στον Πλανήτη της θεολογίας πρωτοδιατυπώθηκε μια άμεση, προσέξτε όμως το σημαντικό, εκ των έσω αμφισβήτησή του. Ο εκκλησιαστικός χώρος αντέδρασε με την αιωνόβια πρακτική του, την λούφα και την παραλλαγή, γράφω γι’ αυτά αρκετά στο βιβλίο. Άλλοι λούφαξαν και άλλοι φόρεσαν τα ρούχα τους αλλιώς και είπαν: “Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καταθέτει καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο μιὰ θεολογία, ὅπου ὁμολογοῦμε πὼς γνωρίζουμε πολὺ λιγότερα ἀπ᾿ ὅσα ἀγνοοῦμε” Εκπληκτική αίσθηση του μέτρου! Για τον π. Νικόλαο Χατζηνικολάου η Τριαδολογία, η Χριστολογία, η Εκκλησιολογία συνιστούν ομολογία ότι γνωρίζουμε λιγότερα από όσα αγνοούμε! Αξίζει τον κόπο να δει κανείς το φίλμ Ανταλλαγή για να δει που οδηγεί η εφαρμοζόμενη, από τους εκκλησιαστικούς μέθοδος την οποία αποδίδει ο Ίρβιν Γιάλουμ στους παρανοϊκούς και μιλώ γι’ αυτήν στο βιβλίο μου. Βέβαια εδώ δεν πρόκειται για παρανοϊκό, αλλά για τυπική προπαγανδιστική εξαπάτηση.


Ας το ξανατονίσω, το σκότος δεν προέρχεται ούτε αναφέρεται στο ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, που πρέπει όντως να ήταν αρκούντως φωτεινό, αλλά στην αποθέωσή του την οποία μεθόδευσαν οι πρώτοι μαθητές του πιθανόν κάτω από την επίδραση του αποστόλου Παύλου. Μπορεί κανείς να δεχθεί και η ιστορία θα επιβεβαιώσει ότι το ισοζύγιο αρχικά ήταν υπέρ της θετικής πλευράς την χριστιανικής διδασκαλίας, ή αλλιώς το σκότος αυτό δεν είχε τις έντονα αρνητικές συνέπειες που είχε στην συνέχεια. Πάντα υπάρχει μια περίοδος που το ψέμα φαίνεται ωραίο και η αλήθεια πικρή, γι’ αυτό και το δεχόμαστε. Στο βάθος του χρόνου αποκαλύπτει την καταστροφικότητά του. Η παροιμία λέει: Ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται… Είναι τραγικά ενδιαφέρουσα η ιστορική διαδρομή του σκότους, που κάλυψε την ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα και έφθασε μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται βέβαια για μια άλλη εργασία. Μπορώ όμως να περιγράψω πολύ συνοπτικά τα επιτεύγματά του, να σας δώσω μια διαφορετική από την συνήθη οπτική. Κατάφερε να υποσκάψει εσωτερικά την ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα έτσι ώστε να υποκύψει σε ένα εχθρό συγκριτικά ασθενέστερο από άλλους, (οι Τούρκοι ήταν ασθενέστεροι των Αράβων) κυρίως χάνοντας μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της, που έγιναν μουσουλμάνοι, στην συνέχεια κατάφερε να μας κρατήσει υπόδουλους στους Τούρκους για περισσότερα από πεντακόσια χρόνια και όταν ελευθερωθήκαμε κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μας κρατήσει δεμένους στο παρελθόν και μας αναγκάζει να βιώνουμε μια διαρκή ματαίωση στην προσπάθεια που κάνουμε να βρούμε την θέση μας ως Έλληνες στο σύγχρονο κόσμο.

Μια πάγια τακτική κάθε σκότους είναι να πείθει ότι δεν είναι σκότος αλλά φως. Ακόμα και οι μαφίες έχουν ανάγκη της έξωθεν νομιμοποίησης, έχουν ανάγκη για νόμιμες βιτρίνες. Το εκκλησιαστικό σκότος δεν χαλάει αυτόν τον κανόνα! Έχει και αυτό τις βιτρίνες του που τις αξιοποιεί με τον πιο χυδαίο τρόπο. Και βέβαια αναφέρομαι στις χαρισματικές προσωπικότητες όλων των εποχών, χαρισματικές προσωπικότητες που συναντώνται στις τάξεις της Εκκλησίας όλο και πιο συχνά όσο γυρίζουμε πίσω στον χρόνο και όλο πιο σπάνια όταν πλησιάζουμε την εποχή μας, όταν πλέον εξαφανίζονται ολοκληρωτικά. Δεν αρνούμαι την ύπαρξή τους ούτε την αξία και σημασία τους. Η βιτρίνα όμως δεν νομιμοποιεί την μαφία και οι άγιοι δεν συνιστούν άλλοθι για την σκοτεινή πλευρά της Εκκλησίας. Εξηγώ στο βιβλίο αναλυτικά το πώς και το γιατί και δεν είναι απορίας άξιον το γεγονός ότι πολλοί που διαβάζουν το βιβλίο αλλά έχουν σαφή διαπλοκή και συμφέροντα με το εν λόγω σκότος παραλείπουν να διαβάσουν τα σχετικά κομμάτια! Ή για να είμαι πιο δίκαιος, οι εν λόγω αναγνώστες αφήνουν τα μάτια τους να περάσουν πάνω από τις γραμμές του κειμένου, εμποδίζουν όμως το νόημά του να αγγίξει τον νου τους!

Στ’ αλήθεια νομίζει κανείς ότι θεωρώ ότι είμαι ο πρώτος που μιλά για το σκοτάδι της Εκκλησίας; Τόσοι και τόσοι δεν την κατηγορούν για σκοταδισμό; Μα και βέβαια δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο δεύτερος ούτε καν ο εκατοστός που μιλά για τον εκκλησιαστικό σκοταδισμό. Σε τι λοιπόν συνίσταται το Σοκ; Φυσικά και όχι στο γεγονός ότι αμφισβητώ την αλήθεια της Εκκλησίας. Σε αυτό έχουν προηγηθεί τόσοι και τόσοι και με τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε από το σύνολο της κοινωνίας ένα ελάχιστο τμήμα της λαμβάνει στα σοβαρά υπ’ όψιν του το τι λέει η Εκκλησία και έτσι αυτή ολισθαίνει αργά και σταθερά προς το απόλυτο περιθώριο. Δεν χρειάζεται εμένα για να φθάσει εκεί. Το Σοκ προκαλείται, στους εναπομείναντες, εξαιτίας των επιχειρημάτων που χρησιμοποιώ. Το καινούργιο είναι ότι λέω πράγματα που πολλοί τα σκέφτονται αλλά κανείς μέχρι τώρα, στην Ελλάδα, δεν τα είπε και τα λέω στηρίζοντάς τα με κρυστάλλινη επιχειρηματολογία. Είναι τα επιχειρήματα που χρησιμοποιώ αυτά που κάνουν την διαφορά. Είναι επιχειρήματα και ερωτήματα που άρχισα να παρουσιάζω στον Πλανήτη της Θεολογίας και τα οποία εννιά χρόνια μετά παραμένουν αναπάντητα. Μερικοί το μόνο που επιχείρησαν είναι να τα αποδυναμώσουν και να στρέψουν την προσοχή αλλού, φανερώνοντας ακουσίως το γεγονός ότι υπηρετούν το σκότος που φοβάται να διαλεχθεί με το φως.
Δεν είναι όμως μόνο το ότι τα επιχειρήματα είναι νέα, ακόμα πιο σημαντική διαφοροποίηση από άλλες αμφισβητήσεις είναι η στόχευσή τους. Ας το πω με τον πλέον εμφατικό τρόπο. Δεν στοχεύω, δεν ασχολούμαι, δεν αρνούμαι την πίστη. Την οποιαδήποτε πίστη. Δεν την ασπάζομαι βέβαια, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Η πίστη είναι πίστη, ή την δέχεται κανείς ή την απορρίπτει, δεν την συζητά λογικά. Και το λέω ξεκάθαρα δεν προτίθεμαι να αμφισβητήσω την πίστη στην θεότητα του Χριστού, ή την πίστη στην Ανάστασή Του ή την θαυμαστή σύλληψή Του. Καμιά επιστήμη, καμιά λογική δεν μπορούν ούτε να βεβαιώσουν ούτε να αποκλείσουν την πιθανότητα η πίστη σε όλα αυτά να είναι αληθινή. Αυτό που με ενδιαφέρει, αυτό με το οποίο ασχολούμαι είναι το νόημα, οι συνέπειες και η σημασία που αποδίδει η Εκκλησία σε αυτές τις διηγήσεις, στην διδασκαλία δηλαδή που ανέπτυξε η θεολογία αναφορικά με το πρόσωπο του Ιησού. Αυτή η διδασκαλία είναι μια από τις πολλές διδασκαλίας που αναπτύχθηκαν κατά την αρχαιότητα αλλά και αναπτύσσονται σήμερα αναφορικά με τον Χριστό. Όλες αυτές οι θεολογίες είναι τυπικά λογικές κατασκευές και ως εκ τούτου επιδέχονται λογικής κριτικής και ελέγχου της αλήθειάς τους. Και αυτήν την θεολογική λογική κατασκευή αποδεικνύω λανθασμένη, ψευδή, με επιχειρήματα που ανασύρω μέσα από την ίδια την θεολογική αυτήν κατασκευή.


Αυτή είναι η διαφορά μου από οτιδήποτε άλλο έχει λεχθεί, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Τα επιχειρήματα δεν προέρχονται από άλλους χώρους, δεν αποδεικνύω επιστημονικά ότι ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αλλά φανερώνω ότι το νόημα που έδινε για αιώνες η χριστιανική εκκλησία στην Ανάσταση στερείται …νοήματος. Δεν θεωρώ και ούτε αποδεικνύω ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα αποδεκτό νόημα, ότι δεν είναι δυνατόν να δώσει κανείς μια κατάλληλη ερμηνεία π.χ. της Ανάστασης. Φανερώνω όμως ότι οποιαδήποτε αλλαγή της παραδοσιακή αντίληψης θελήσει κάποιος να εισάγει, έχει ως αποτέλεσμα να αναιρεί πυρηνικά στοιχεία της εκκλησιαστικής υπόστασης, ότι οποιαδήποτε εναρμόνιση του εν λόγω νοήματος με ότι μπορεί να θεωρηθεί σήμερα αληθινό και αποδεκτό αφήνει μετέωρη την ύπαρξη της Εκκλησίας αλλά και των μυστηρίων της. Με άλλα λόγια φανερώνω ότι ο εγκιβωτισμός της θεολογικής σκέψης στα όρια της Εκκλησίας οδηγεί σε αδιέξοδα και στην θεωρία αλλά κυρίως στην πράξη, οδηγεί στον απόλυτο αμοραλισμό. Και βέβαια εδώ με την λέξη Εκκλησία δεν εννοώ απλά την θεσμική εκδοχή της αλλά την πληρότητα της έννοιας.

Για να αναπτύξω αυτήν την κριτική δεν κάνω κάτι ιδιαίτερα πολύπλοκο. Οι σκέψεις μου δεν είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων συλλογισμών ή προχωρημένων επιστημονικών ή άλλων γνώσεων. Μάλλον είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι επί 20 χρόνια η κύρια απασχόλησή μου ήταν η εκκλησιαστική ζωή και η εμβάθυνση σε αυτήν. Επομένως είναι αποτέλεσμα της γνώσης, της αφομοίωσης της εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Όταν κανείς καταλάβει ποια είναι αυτή η διδασκαλία και συμβεί να κοιτάξει γύρω του με ανοικτά τα μάτια τότε θα δει. Βέβαια το πρόβλημα είναι ότι η Εκκλησία μας εκπαιδεύει να μην βλέπουμε, όχι μόνο τους δικούς της πιστούς αλλά και όλη την κοινωνία! Και αυτό το πετυχαίνει ιεροποιώντας την ξύλινη γλώσσα που χρησιμοποιεί, έτσι ώστε λέξεις όπως σωτηρία, λύτρωση, θέωση κλπ. να μην έχουν συγκεκριμένο νόημα με αποτέλεσμα να συγκροτείται ο Πλανήτης της Θεολογίας, του οποίου την ύπαρξη κανείς δεν αμφισβήτησε.


Αυτό λοιπόν που κάνω είναι ότι ζωντανεύω αυτήν την ξύλινη γλώσσα και την κάνω κατανοητή και στον αδαή περί τα θεολογικά. Τότε αυτομάτως αναδύονται τα προβλήματα και τα αδιέξοδα. Δεν έχει κανείς παρά να βάλει δίπλα δίπλα τις θεμελιώδεις διδασκαλίες της Εκκλησίας με αυτό που μπορούμε να πούμε ως ανθρώπινη εμπειρία και γνώση για να αντιληφθεί ότι η Εκκλησία για αιώνες κάνει θεμελιώδη λάθη. Ο Χριστός μπορεί να γεννήθηκε εκ Παρθένου και να σταυρώθηκε και να Αναστήθηκε, το νόημα όμως που πίστεψε και έδωσε σε αυτά τα γεγονότα της πίστης η Εκκλησία είναι λανθασμένο. Προσκρούει σε εμπειρικά δεδομένα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει στα σοβαρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι και αυτός που αναφέρω στο βιβλίο Και ο οποίος διατυπώνει την θεωρία ότι πριν από την Πτώση τα ζώα έτρωγαν το ένα το άλλο κάτω από την επίδραση του διαβόλου, δεν διανοείται να αμφισβητήσει το ίδιο το γεγονός!


Δεν αμφιβάλω ότι μπορεί κανείς να συγκροτήσει μια εναλλακτική χριστιανική θεωρία την οποία να φιλοτεχνήσει έτσι ώστε να μην προσκρούει σε αδιαμφισβήτητα εμπειρικά δεδομένα. Όμως στο βιβλίο προβάλω την Killer question, την ερώτηση που σκοτώνει, την οποία σήμερα θα την διατυπώσω λίγο διαφορετικά. Το να πιστεύω σωστά στον Χριστό είναι σημαντικό ή όχι; Ας υποθέσουμε ότι η απάντηση είναι ναι. Τότε το γεγονός ότι η Εκκλησία πίστευε για τον Χριστό λανθασμένα ήταν κάτι πολύ κακό. Μπορεί κανείς να αναζητήσει και να συζητήσει ποια ακριβώς είναι η φύση αυτού του κακού, ποιες οι συνέπειές του. Αλλά πάντως θα αναγκασθεί να ομολογήσει ότι η Εκκλησία δεν πιστεύει στην Αλήθεια, δεν καταλαβαίνει την Αλήθεια, δεν μπορεί να έχει σχέση με την Αλήθεια. Αδιέξοδο, πως είναι δυνατόν να δεχθεί η Εκκλησία για τον εαυτό της κάτι τέτοιο και μάλιστα όσον αφορά τον ίδιο τον Χριστό!

Ας υποθέσουμε ότι μπορεί κανείς να έχει ανεξόδως λανθασμένη πίστη για τον Χριστό. Τότε σημαίνει ότι λανθασμένα η Εκκλησία τιμά τους μάρτυρες και τους ομολογητές και βέβαια έχει τεράστια ευθύνη για την πτώση του Βυζαντίου καθώς είναι γνωστό ότι ο θρησκευτικός φανατισμός συνέβαλε σημαντικά και στην καταστροφή του 1204 και στην άλωση του 1453. Δηλαδή η Εκκλησία κηρύττει ένα ψέμα με τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις τόσο σε προσωπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Και πάλι αδιέξοδο, πως είναι δυνατόν να αποδεχθεί η Εκκλησία ότι συνέβαλε στην καταστροφή του έθνους; Σε κάθε περίπτωση όμως η Εκκλησία αποδεικνύεται πλήρως αναξιόπιστη. Και μάλιστα όχι σε επίπεδο προσώπων, αλλά σε συλλογικό, κοινοτικό επίπεδο. Έπρεπε να έρθει κάποιος που να λάβει στα σοβαρά υπ’ όψιν του τις γνώσεις που μας παρέχει η επιστήμη για να αποκαλυφθεί η Αλήθεια. Τόσοι άγιοι, τόσοι φωτισμένοι δεν αντελήφθηκαν τίποτα…


Και οι δύο επιλογές είναι, το ξέρω, απαράδεκτες γι’ αυτό οι άνθρωποι της Εκκλησίας θα κάνουν, όπως έχουν κάνει μέχρι σήμερα, τα αδύνατα δυνατά για να μην εμπλακούν στην συζήτηση αυτή, επί της ουσίας. Έχουν ήδη πολλή και επιτυχή τεχνογνωσία επ’ αυτού. Ξέρουν πώς να αποφεύγουν τα δύσκολα επιχειρήματα μετατοπίζοντας την συζήτηση όχι στην αλήθεια της διδασκαλίας τους αλλά στην προσωπικότητα αυτών που την αμφισβητούν. Είναι πράγματι πολύ ενδιαφέρουσα η γκάμα των τεχνικών που χρησιμοποιούν για να αποπροσανατολίσουν την συζήτηση. Γράφω πολλά στο βιβλίο μου και μάλιστα με παραδείγματα. Εννοείται ότι οι σημερινοί δηλώνουν ότι δεν το κάνουν επίτηδες. Το θέμα μου όμως δεν είναι να αξιολογήσω πρόσωπα, τα οποία σέβομαι και εκτιμώ, αλλά να αξιολογήσω πρακτικές, διδασκαλίες και συμπεριφορές.

Ας το ξαναπώ, δεν θεωρώ ότι είναι δύσκολο να δημιουργήσει κανείς μια νέα διήγηση για τον Χριστό που να μην συγκρούεται μετωπικά με ότι θεωρούμε ως δεδομένο. Μπορώ να κάνω όσες θέλετε τέτοιες διηγήσεις. Το ερώτημα είναι: αν η Εκκλησία είναι Αλήθεια τότε γιατί μας έλεγε ψέματα και αν κάποιος κάνει μια νέα διήγηση για τον Χριστό γιατί αυτή να είναι αληθινή και όχι εξίσου ψεύτικη με την παλιά; Είναι άραγε αρκετό να βρεθούν κάποια κείμενα που να την στηρίζουν; Και τα κείμενα που στήριζαν τις ξεπερασμένες διηγήσεις τι γίνονται; Ποιος αποφασίζει ποια είναι ξεπερασμένα και ποια όχι; Καταλυτικά ερωτήματα που αν δεν βρουν όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά αλλά και όσα άλλα ανάλογα θα σκεφθεί κανείς, απαντήσεις, η θεολογική διδασκαλία της εκκλησίας καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Φυσικά δεν καταρρέει η ίδια η θεολογία, θα πω αμέσως μετά.


Η τραγωδία είναι ότι αν κανείς ξεπεράσει την ξύλινη θεολογική γλώσσα και μιλήσει για την χριστιανική θεολογία με απλή καθημερινή γλώσσα, δεν αποκαλύπτει μόνο το ψεύδος που υπάρχει στην διδασκαλία αλλά καταλαβαίνει και την πηγή του απίστευτου αμοραλισμού που διακατέχει τον εκκλησιαστικό χώρο. Πίσω από τα περί αγάπης ρήματα του Ευαγγελίου συναντά κανείς μια έλλειψη ανθρωπιάς που δεν την βλέπει κανείς σε άλλους χώρους. Βέβαια και εδώ υπάρχει η χρήση της βιτρίνας. Δεν θέλω να συζητήσω αυτό τώρα. Το Σοκ είναι το γεγονός ότι αυτή η έλλειψη ανθρωπιάς πηγάζει από την αντίληψη περί του Θεού που αναπτύσσει η χριστιανική Εκκλησία. Ενός Θεού απάνθρωπου γενετιστή ο οποίος προκειμένου να παράξει έναν αριθμό τυχερών που θα απολαμβάνουν την θεία μακαριότητα καλλιεργεί δισεκατομμύρια ανθρώπων, οι οποίοι σύμφωνα πάντα με την εκκλησιαστική θεολογία, πέραν της καθημερινής τους δυστυχίας είναι καταδικασμένοι στην αιώνια κόλαση. Ναι, οι θεολόγοι χρυσώνουν το χάπι και μερικοί μας λένε ότι όλοι αυτοί θα κερδίσουν απλώς το αεί είναι, το να υπάρχουν πάντα, μακριά όμως από τον Θεό, δηλαδή στην …κόλαση… Πόσο αγαπούν αυτοί οι θεολόγοι τα μεγάλα λόγια!

Είναι τέτοια η ανηθικότητα στην οποία εθίζονται οι άνθρωποι του εκκλησιαστικού χώρου που τους φαίνεται ικανοποιητική απάντηση στο προαναφερθέν αδιέξοδο το να ισχυρισθούν, μα δεν φταίει ο Θεός αν οι άνθρωποι είναι κακοί! Και κάνουν κακή χρήση της ελευθερίας τους. Ποιος όμως γονιός θα έβλεπε το παιδί του να καταστρέφεται και θα καθόταν να το παρατηρεί αδιάφορος λέγοντας Α! πέρασες τα 18 και είσαι πια υπεύθυνος για ότι κάνεις και ότι παθαίνεις. Εγώ ότι σου είπα, σου τόπα! Και άλλα τέτοια… Πόση περιφρόνηση κρύβεται, πίσω από αυτήν την διδασκαλία και την στάση, απέναντι στον άλλο, τον διαφορετικό! Αν ο Θεός παρατηρεί αδιάφορος την καταστροφή του, φαντασθείτε πόσο άνετα την προκαλεί κάποιος που στο κάτω κάτω δεν είναι και …Θεός!

Μήπως όμως όλα αυτά αφορούν μόνο τους ανθρώπους του εκκλησιαστικού χώρου; Δυστυχώς όχι, για τρεις λόγους. Πρώτα και ίσως κύρια, η ορθόδοξη κουλτούρα κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μας, είτε την πιστεύουμε είτε όχι. Δεν έχουμε παρά να δούμε την απόσταση των έργων από τα λόγια που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας για να αντιληφθούμε πόσο άμεσα μας επηρεάζει ο Πλανήτης της Θεολογίας. Αναλύσεις επί αναλύσεων γίνονται προκειμένου να περιγραφούν τα αδιέξοδα της ελληνικής κοινωνίας. Οι δεκαετίες περνούν και οι καταστάσεις παραμένουν ίδιες. Όσο αδυνατούμε να μελετήσουμε την πολιτιστική, και για την περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, θρησκευτική διάσταση του προβλήματος, όλοι απλά θα επαναλαμβάνουμε ευχολόγια και κοινότυπες διαπιστώσεις. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι οι πολιτικοί μας αγνοούν τον βαθύτατο ρατσισμό που καλλιεργεί η ορθόδοξη θεολογία. Ένα ρατσισμό τον οποίο οι εκκλησιαστικοί καλύπτουν με τέτοια τέχνη που τους αξίζει το όσκαρ μακιγιάζ! Πλην όμως όχι απλά υπάρχει αλλά διαρκώς βρίσκει διεξόδους και αναδύεται στην σκέψη και την πρακτική όλων μας. Είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγείς από το πετσί σου!

Εμένα όμως με ενοχλεί περισσότερο ο τρίτος λόγος. Το σκοτάδι για το οποίο μίλησα στην αρχή για να επιζήσει πρέπει να μείνει σκοτάδι. Αυτό σημαίνει ότι είναι σχεδόν απαγορευμένη μια ελεύθερα κριτική προσέγγιση του παρελθόντος μας. Και ο λόγος είναι γιατί το παρελθόν της ελληνικής κοινωνίας είναι εκκλησιαστικό και είναι σκεπασμένο από το σκοτεινό πέπλο της απαίτησης για την απόλυτη αλήθεια. Όσοι αποδέχονται αυτήν την απαίτηση ούτε που διανοούνται δουν το παρελθόν κριτικά. Όσοι δεν την αποδέχονται τείνουν να απορρίπτουν μαζί με το σκοτεινό πέπλο και ότι αυτό σκεπάζει και έτσι εμείς αποκοβόμαστε από ένα πλούσιο παρελθόν. Ας πω ένα παράδειγμα: Στην ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα για περίπου 600 χρόνια υπήρχε μηδενικός πληθωρισμός. Είναι άραγε ένα επίτευγμα το οποίο δεν αξίζει μελέτης και δεν θα μπορούσε να μας εμπνεύσει τώρα; Κάθε άλλο! Ο εκκλησιαστικός χώρος απολυτοποιώντας το παρελθόν και το σκοτώνει και το στερεί από όλους τους άλλους, όλους εμάς. Εμένα σαν Έλληνα που αγαπά τον τόπο και το παρελθόν του, αυτό με πληγώνει πολύ.

Μήπως λοιπόν έχουμε μπροστά μας έναν γόρδιο δεσμό, ένα πρόβλημα άλυτο; Κάθε άλλο. Το πρόβλημα είναι άλυτο μόνο στον Πλανήτη της Θεολογίας, στην γη η λύση είναι απλή, να έρθει κανείς σε επαφή με την Γη και να δει τα πράγματα όπως πράγματι είναι. Να δει ότι η δογματοποίηση της θεολογίας έγινε κατ’ απαίτηση της ρωμαϊκής εξουσίας. Αυτή όμως πάει, πέθανε. Αν λοιπόν το αποδεχθούμε και σε θεολογικό και σε εθνικό και σε πολιτικό επίπεδο, τότε ο δεσμός παύει να υπάρχει. Η θεολογική γλώσσα από οντολογική γίνεται συμβολική και αρχετυπική και τότε ανοίγει μπροστά μας ένας ευρύτατος ορίζοντας και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Βέβαια στην περίπτωση αυτή δεν χρειαζόμαστε την Εκκλησία, η για την ακρίβεια η Εκκλησία γίνεται στοιχείο της πολιτιστικής μας ταυτότητας, όπως οι διάφορες μορφές της λαϊκής μας τέχνης. Δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα που όλοι μας γνωρίζουμε!

Όμως μια τέτοια κατανόηση δεν μπορεί να μας ικανοποιήσει πλήρως. Χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο. Η θρησκεία δεν είναι ένα απλό πολιτιστικό στοιχείο. Χρειαζόμαστε κάτι πιο σύνθετο μια κατανόηση που δεν εκμηδενίζει την θρησκεία. Υπάρχουν τέτοιες δυνατότητες. Στο άμεσο μέλλον θα παρουσιάσω μια δική μου εκδοχή η οποία στηρίζεται στην Υπόθεση των Λογικών Κβάντων, στην ανάλυση που παρουσίασα στο προηγούμενο βιβλίο μου. Δεν πρόκειται για αναβίωση της θρησκείας ούτε για την επαναφορά του Θεού από την πίσω πόρτα. Πρόκειται για μια εντελώς νατουραλιστική πρόταση η οποία όμως είναι εξαιρετικά γόνιμη, γιατί είναι θεμελιωδώς πλουραλιστική, είναι ένα εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους και να ακυρώσει παντελώς εκβιασμούς του τύπου, αν ο Χριστος δεν αναστήθηκε ας φάμε, ας πιούμε γιατί αύριο θα πεθάνουμε.
Θεολογία υπήρξε πριν, θα υπάρχει και μετά τον Χριστιανισμό!

Ευχαριστώ.

Το κύμα



Το κείμενο αυτό είναι η εισαγωγή από την παρουσίαση του βιβλίου Σοκ και Δέος στο βιβλιοπωλείο του Αρμού στην Αθήνα.

Σε αυτήν την παρουσίαση αισθάνομαι ότι πρέπει να μπω κατ’ ευθείαν στο ψαχνό, παρακάμπτοντας τα εισαγωγικά. Για ποιον λοιπόν λόγο έγραψα αυτό το βιβλίο; Τι κάνω δημοσιεύοντάς το; Απαντώ σε αυτό το ερώτημα στον Επίλογο, αλλά κάπως συγκαλυμμένα. Δεν λέγονται πάντα όλα ανοικτά. Τώρα όμως λέω ξεκάθαρα ότι με το βιβλίο αυτό πετάω το γάντι σε όλους τους θεολόγους, κληρικούς κλπ και μάλιστα σε ολόκληρο το φάσμα, από τους πλέον συντηρητικούς έως τους πλέον προοδευτικούς, και τους λέω: Έχει ήδη γραφεί το τέλος της χριστιανικής θεολογίας, ως συνεπούς διδασκαλίας που θα μπορούσε να ελκύσει ένα σοβαρό και σημαντικό τμήμα της ελληνικής και όχι μόνο κοινωνίας. Το τέλος του συνεπούς μονοθεϊσμού είναι ήδη εδώ! Ο πυρήνας χριστιανικής διδασκαλίας, η θεολογική διδασκαλία για τον Χριστό, η διδασκαλία της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου είναι, αν το πω ευγενικά, άνευ νοήματος, αν το πω ευθέως είναι λανθασμένη!
Προσέξτε παρακαλώ πως θέτω το θέμα: Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η θεότητα του Χριστού. Αυτό το έκαναν ήδη τόσοι άλλοι που δεν χρειάζεται να προστεθεί ακόμα ένας άλλος αμφισβητίας. Η θεότητα δεν αμφισβητείται. Οι αφρικανοί την παρομοιάζουν με τον χαμαιλέοντα και δεν έχουν άδικο. Την θεότητα δεν μπορείς να την πιάσεις, να την κρίνεις, την πιστεύεις ή την απορρίπτεις. Στο βιβλίο αυτό θέτω θανατηφόρα ερωτήματα όσον αφορά την θεολογική διδασκαλία της χριστιανικής εκκλησίας περί του Χριστού, που είναι μια συγκεκριμένη και σαφώς καταγεγραμμένη θεολογική κατασκευή και ως τέτοια μπορεί ευλόγως και νομίμως να κριθεί. Το ερώτημα αν η θεότητα του Χριστού μπορεί να επιζήσει έξω από την διδασκαλία της χριστιανικής εκκλησίας, είναι ένα ερώτημα στο οποίο ο καθένας απαντά προσωπικά και για τον εαυτό του.
Λοιπόν δεν έχω χάσει το μυαλό μου, ούτε την αίσθηση του μέτρου. Καταλαβαίνω πολύ καλά το πόσο υπερφίαλα ακούγονται τα λόγια αυτά στα αυτιά των ανθρώπων που κινούνται στον εκκλησιαστικό χώρο. Αν τολμώ να γίνομαι τόσο προκλητικός αυτό δεν γίνεται γιατί υποτιμώ ή ακόμα χειρότερα περιφρονώ τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνω τα ερωτήματα τα οποία αναπτύσσω διεξοδικά στο βιβλίο. Πιστεύω όμως ότι είμαι ένα απλό κλικ πιο μπροστά από αυτούς. Και αυτό είναι θέμα καθαρά συγκυρίας, τυχαίνει να είμαι ένα κλικ πιο μπροστά από αυτούς.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 80 ένα κύμα σαρώνει τις ακτές της ελληνικής Ορθοδοξίας. Οι ιδιοκτήτες παραλιακών οικοπέδων με πολλούς τρόπους κρύβουν το γεγονός. Βοήθησαν σε αυτό και γεγονότα που συνέβησαν σε άλλες χώρες –αναφέρομαι στην κατάρρευση του κομουνισμού, τα οποία δημιούργησαν αντιπερισπασμούς. Πλην όμως όλοι όσοι κατοικούν στις παραλίες της ελληνικής Ορθοδοξίας διαισθάνονται, έστω και ασαφώς την απειλή που συνιστά αυτό το κύμα. Όμως κάνουν σαν να μην υπάρχει, συνεχίζουν να ασχολούνται με την ρουτίνα τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Μερικοί βέβαια πιο θαρραλέοι του ρίχνουν μια ματιά, κάτι προσπαθούν να πουν, έτσι όμως που να μην ταραχθεί η ρουτίνα της παραλίας. (Καθώς έγραφα αυτές τις σκέψεις πληροφορήθηκα ότι τουλάχιστον άλλοι δύο θεολόγοι εργάζονται σε σχετικά παράλληλες διευθύνσεις. Είναι βέβαιο ότι το θέμα δεν σταματά σε εμένα.)
Φαίνεται ότι όταν εμφανίσθηκε εγώ ήμουν ήδη μέσα στην θάλασσα, ίσως δεν πρόφθανα να βγω στην ξηρά και έτσι σκαρφάλωσα επάνω του και καθώς βλέπω τους ανθρώπους στην παραλία να καμώνονται ότι δεν συμβαίνει τίποτα, τους φωνάζω ε! ξυπνήστε, δεν είναι όνειρο αυτό που βλέπετε και δεν θα περάσει, γιατί, πρέπει να σημειωθεί, οι άνθρωποι της παραλίας είναι εθισμένοι στο να ζουν στον κόσμο της φαντασίας… Τολμώ λοιπόν και μιλώ και δεν διστάζω να γίνω προκλητικός γιατί ξέρω καλά ότι δεν είμαι εγώ αυτός που προκαλεί αλλά είναι η εποχή που ζούμε, είναι η ίδια η ζωή. Δεν είμαι εγώ αυτός που γυμνώνει τον βασιλιά αλλά είμαι αυτός που αρνείται να κλείσει τα μάτια του και να κάνει πως δεν βλέπει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός… Και βέβαια αφού προσπαθώ να δω είναι εύλογο να βλέπω λίγο περισσότερο από αυτούς που κάνουν ότι μπορούν για να μην δουν και επομένως ότι βλέπουν ή αισθάνονται, το βλέπουν και το αισθάνονται σχεδόν …κατά λάθος!
Τι είναι όμως αυτό το κύμα; Αν ήταν τόσο αυτονόητη η απάντηση τότε θα ήταν και πολλοί άλλοι που θα το καβαλούσαν παρέα με μένα. Ίσως το κλικ για το οποίο μίλησα να είναι η αγάπη μου για την ιστορία. Όχι σαν μια αφηρημένη έννοια που κυκλοφορεί σε θεολογικά γραπτά, αλλά με την βαθιά αίσθηση ότι εγώ και εσείς είμαστε απολήξεις ιστορικών διαδρομών και θέλοντας και μη τις κουβαλάμε μέσα μας με πολλούς τρόπους. Και αυτές οι διαδρομές αρχίζουν από πολύ παλιά. Το ένδοξο Βυζάντιο ήταν μια τυπική θεοκρατία. Αν την ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα την φαντασθούμε σαν ένα σώμα, τότε τον ρόλο του σκελετού τον έπαιζε η αυτοκρατορία και τον ρόλο της σάρκας τον έπαιζε η εκκλησία. Αλληλένδετα, σάρκα χωρίς σκελετό ίσον τίποτα και αντιστρόφως. Η δυστυχία της ελληνικής κοινωνίας ήταν ότι σταδιακά έχανε πότε την σάρκα και πότε τον σκελετό της! Κάποια στιγμή φάνηκε ότι αυτά τα δύο συνεργάζονται άψογα, αλλά γρήγορα ο σκελετός άρχισε να καταρρέει. Όταν χάθηκε ο σκελετός ένα μέρος των λειτουργιών του, το εντελώς αναγκαίο το ανέλαβε ένας ξένος σκελετός, η οθωμανική αυτοκρατορία και το υπόλοιπο το αναπλήρωσε η φαντασία, στερεώνοντας την σάρκα πάνω σε φανταστικά στηρίγματα. Δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα.
Όταν όμως απέκτησε η ελληνική κοινωνία δικό της σκελετό, άρχισε να αναπτύσσεται και νέα σάρκα. Η νέα ελληνική κοινωνία δεν μπορούσε να δεχθεί μια νέου τύπου θεοκρατία. Νέες δυνάμεις προσπαθούν να διώξουν στο περιθώριο τους φανταστικούς σκελετούς που διατήρησε η τουρκοκρατία και να αναλάβουν αυτές τις τύχες τους έθνους. Δεν ήταν δυνατόν αυτό να συμβεί αναιμάκτως. Ο εκκλησιαστικός χώρος έδωσε μια σειρά μεγάλων και πολυετών μαχών προκειμένου να υπερασπισθεί την δεσπόζουσα θέση του στην ελληνική κοινωνία. Μπορώ να διακρίνω τρεις τέτοιους μεγάλους κύκλους προσπαθειών.
Ο πρώτος ήταν λαϊκός με αποκορύφωμα το κίνημα του Παπουλάκου. Γρήγορα κατέληξε σε αδιέξοδο. Ο δεύτερος ήταν πολύ πιο συστηματικός, ήταν το κίνημα των χριστιανικών οργανώσεων. Μετά από αρκετές δεκαετίες κατέληξε και αυτός σε αδιέξοδο. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, όσο μεγάλες ήταν και οι επενδύσεις που στηρίχθηκαν σε αυτόν. Όμως γρήγορα βρέθηκε η αιτία του κακού: για όλα φταίνε ο ηθικισμός, ο πιετισμός, η βαβυλώνια αιχμαλωσία της Ορθοδοξίας στην δυτική θεολογία. Ξεκίνησε λοιπόν ένας νέος κύκλος προσπαθειών για μια αποκατάσταση της αρχαίας τάξης. Όχι όμως πλέον σε επίπεδο κοινωνικό, αλλά ιδεολογικό, θεολογικό. Το νέο ρεύμα προσπάθησε να ανοιχθεί στην ελληνική κοινωνία, να την επηρεάσει και γιατί όχι, να την γονιμοποιήσει. Η ταυτόχρονη αναγέννηση του μοναχισμού εξασφάλιζε το ότι το νέο κίνημα δεν ήταν μόνο λόγια, αλλά συνοδευόταν και από έργα.
Το κίνημα αυτό όμως ξεφούσκωσε πολύ πιο γρήγορα από το κίνημα των οργανώσεων. Δεν διήρκεσε ούτε μια γενιά. Από τα τέλη της δεκαετίας του 80 τα πράγματα έδειχναν ότι κάτι δεν πάει καλά, η δημιουργική πνοή στέρεψε και σε θεωρητικό και σε πρακτικό επίπεδο. Πλην όμως δεν υπάρχει κάποιος στον οποίο να ρίξουμε το σφάλμα, δεν υπάρχει το σημείο αναφοράς στο οποίο θα μπορούσαμε να καταφύγουμε. Αφήσαμε τις οργανώσεις, επιστρέψαμε στις ρίζες, στους πατέρες, στην ορθοδοξία, στο μοναστήρι και το αποτέλεσμα και πάλι απογοήτευση. Δεν υπάρχει λοιπόν άλλη διέξοδος από το να κατηγορούμε τους εαυτούς μας, φταίνε οι κακοί ιερείς, οι κακοί επίσκοποι, οι κακοί ηγούμενοι και οι ανυπάκουοι υποτακτικοί…
Ε λοιπόν εγώ, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν το έφαγα αυτό το παραμύθι! Νομίζω ότι μόνο σε αυτό διαφέρω. Τα υπόλοιπα είναι πλέον αυτό που λένε ιστορία. Αν αρχίσεις να αναρωτιέσαι και αν συμβεί να αρχίσεις να αναρωτιέσαι την εποχή που τα τελευταία τείχη που χωρίζουν την ελληνική κοινωνία από το περιβάλλον εξαφανίζονται και αν στην θέση των τειχών αυτών εγκαθίσταται η κοινωνία της πληροφορίας, τότε δεν μπορεί παρά να δεις και αν δεις θα μιλήσεις, έστω και αν χρειαστεί να περιμένεις πολλά χρόνια, πριν μπορέσεις να το κάνεις αυτό με ασφάλεια. Και τότε θα δεις και θα πεις ότι το μόνο που φταίει για την διάψευση των ελπίδων είναι το γεγονός ότι η Εκκλησία αντί να λατρεύει τον Αλήθεια, λατρεύει το ψέμα, ένα ψέμα που καλλιέργησε από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε στην ύπαρξη.
Μια σκληρή αλήθεια που άλλοι λαοί, ευνοημένοι από την ιστορία, έκαναν αιώνες για να την χωνέψουν, ενώ εμείς καλούμαστε να κάνουμε το ίδιο μέσα σε μια γενιά! Σε κάθε κοινωνία υπάρχει ένας αριθμός ανθρώπων που δεν ενδιαφέρονται είτε για την αλήθεια είτε για το ψέμα. Η ύπαρξη αυτών των ανθρώπων διατηρεί στην ζωή και τις πιο ακραίες θρησκείες. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Πολλοί θρησκεύουν γιατί πιστεύουν ότι η Εκκλησία ταυτίζεται με την Αλήθεια, δεν πιστεύουν απλώς για να πιστεύουν αλλά πιστεύουν στην αλήθεια αυτού που πιστεύουν. Το κύμα λοιπόν για το οποίο μιλώ σαρώνει αυτήν την πίστη, την λογικότητα, την συνέπεια, την αληθινότητα της ορθόδοξης πίστης σε μια στιγμή που οι ορθόδοξοι κοιτούν αμήχανα το αδιέξοδο της τρίτης μεγάλης προσπάθειας για επανένταξη της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία.
Είναι το λεγόμενο timing! Δεν φθάνει να είσαι ένα κλικ πιο μπροστά από τους άλλους πρέπει να συμβαίνει και την κατάλληλη στιγμή.
Όλοι νοιώθουν αυτόν τον καταστροφικό συγχρονισμό. Πολλές φορές διάφοροι μου είπαν: Δεν μπορεί, ο Θεός κάτι θα δείξει. Μερικοί περίμεναν από εμένα την διέξοδο. Κάποιος έγραφε: Σωστά αυτά που λέει ο π. Αρσένιος στον Πλανήτη της Θεολογίας, θα πρέπει όμως να μας πει και την απάντηση, την διέξοδο από το αδιέξοδο. Έρχομαι λοιπόν σήμερα να πω ότι δεν υπάρχει διέξοδος από το αδιέξοδο και να παραθέσω πολλαπλά επιχειρήματα που στηρίζουν αυτήν την άποψη. Έρχομαι να πετάξω το γάντι προς όλους και να πω, αν μπορείτε, βρείτε την λύση, γιατί απλά δεν φοβάμαι μήπως το σηκώσει κάποιος και …με νικήσει! Αν κάποιος με νικήσει και βρει την λύση, θα του είμαι ευγνώμων! Ναι και για μένα δεν είναι καθόλου ευχάριστο να καταρρέει αυτό που πίστεψα και αφιέρωσα την ζωή μου.
Θεωρώ όμως ότι έχω κάθε δικαίωμα, ακόμα και υποχρέωση, να μάχομαι την στάση της υποκριτικής φυγής, δηλαδή το να παριστάνει κανείς το ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, την στάση των περισσότερων θεολόγων και άλλων εκκλησιαστικών οι οποίοι μιλούν, ως έχοντες ιδιαίτερη γνώση, περί παντός επιστητού, την στιγμή που δεν μπορούν να υποστηρίξουν τα θεμέλια της πίστης τους. Πολύ περισσότερο γιατί πιστεύω και εν καιρώ θα αποδείξω ότι αυτή η υποκρισία έχει καταστροφικές συνέπειες τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, όχι μόνο των ανθρώπων του εκκλησιαστικού χώρου, αλλά ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Δεν έχει σημασία αν δεν θρησκεύουμε, το θρησκευτικό ψέμα μας επηρεάζει όλους.
Μπορεί ο σημερινός έλληνας να μην θρησκεύει, αλλά τα θρησκευτικά ερωτήματα τον απασχολούν με την ίδια, αν όχι περισσότερη, ένταση που τον απασχολούσαν και στο παρελθόν. Δεν θρησκεύει γιατί είναι απογοητευμένος από τις παραδοσιακές θρησκείες. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι η θεολογία και ο θεολογικός προβληματισμός κάθε άλλο παρά οδεύουν σε ένα τέλος. Και αναρωτιέμαι ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι οποίοι θα εκφράσουν και θα καλλιεργήσουν αυτόν τον στοχασμό. Και αναρωτιέμαι: υπάρχει άραγε θεολογία η οποία να …έπεσε από τον ουρανό; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι, το αποδεικνύει η ιστορία της χριστιανικής θεολογίας. Κάθε νέο θεολογικό βήμα πατάει στην ήδη υπάρχουσα θεολογική σκέψη.
Επομένως και η θεολογία την οποία έχουμε ανάγκη, δεν μπορεί να πέσει από τον ουρανό, δεν μπορεί παρά να πατήσει πάνω στην ήδη υπάρχουσα θεολογική σκέψη. Μια σύγχρονη θεολογία δεν μπορεί να είναι χριστιανική αλλά δεν μπορεί και να αγνοεί τον χριστιανισμό. Δεν νομίζω λοιπόν ότι η ανάγκη του σύγχρονου έλληνα για θεολογικές κατανοήσεις και νοηματοδοτήσεις μπορεί να καλυφθεί με μια θεολογία που ξεκινά από το μηδέν. Δεν μπορεί να υπάρξει τέτοια θεολογία, γιατί κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ μέχρι τώρα. Έχω λοιπόν την άποψη ότι οι σύγχρονοι θεολόγοι έχουν ευρύτατο πεδίο δράσης μόλις ξεπεράσουν τα όρια του ειδωλοποιημένου παρελθόντος.
Αυτός είναι ο δρόμος στον οποίο πιστεύω. Το Σοκ και Δέος είναι το πρώτο μέρος της εργασίας μου και στοχεύει να δείξει την απόλυτη ανάγκη της υπέρβασης των ορίων. Ελπίζω σύντομα να ακολουθήσει το δεύτερο μέρος το οποίο αφενός μεν θα εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στην κριτική της ορθόδοξης θεολογίας, αλλά θα διαβαίνει τα όρια και θα δίνει απαντήσεις, θα προσφέρει ιδέες για την διέξοδο από τα αδιέξοδο του παρελθόντος, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και εντελώς πρωτότυπες. Θα υπάρξει και συνέχεια, για την οποία όμως δεν θέλω να μιλήσω από τώρα.