Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Τα μιμίδια των Ελλήνων

Πολλές φορές έχω αναφερθεί στην (κακή) επίδραση της ορθόδοξης παράδοσης στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην συμβολή της στο τωρινό αδιέξοδο. Στο κέιμενο που ακολουθεί εξηγώ αρκετά αναλυτικά το τι ακριβώς εννοώ και επίσης παρουσιάζω μια πρώτη επιχειρηματολογία. Γράφτηκε για λογαριασμό του περιοδικού Ηνιοχείν στο δεύτερο τεύχος του, όπου υπάρχει εκδομένο.
Είναι ένα κείμενο πολύ μεγαλύτερο από αυτά που γράφω εδώ αλλά έκρινα ότι δεν μπορούσα να το κόψω. Όποιος έχει ενδιαφέρον και κουράγια ας το διαβάσει.

Εκεί που θεωρούσαμε ότι είμαστε μια προνομιούχα γενιά, μια γενιά που δεν θα δει πόλεμο, πρώτη στην ιστορία του τόπου μας, μας προέκυψε η κρίση. Ένας ιδιότυπος πόλεμος στον οποίο όμως, και ευτυχώς, δεν πεθαίνει κανείς. Πλην όμως οι συνέπειες και οι αλλαγές που επιφέρει η κρίση μόνο με αυτές ενός πολέμου μπορούν να συγκριθούν. Όπως λοιπόν και ο πόλεμος έτσι και η παρούσα κρίση θα επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην κοινωνία μας. Με αυτήν την έννοια είναι μια τεράστια ευκαιρία για όλους εμάς που αυτήν την στιγμή παρακολουθούμε με ανησυχία, οργή και φόβο τα τεκταινόμενα.


Για να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία πρέπει, μεταξύ ενδεχομένως και αρκετών άλλων, να μπορέσουμε να αναδιφήσουμε στις αιτίες της κρίσης έτσι ώστε να επιφέρουμε τις αναγκαίες διορθωτικές αλλαγές. Σε αυτό όλοι συμφωνούν και διαρκώς γράφονται άρθρα και άλλα κείμενα στα οποία συζητούνται οι αιτίες της κρίσης. Λέγονται πολλά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και μπορεί κανείς να διακρίνει μια σημαντική σύμπτωση απόψεων. Πλην όμως μια πιο προσεκτική ματιά φανερώνει ότι η σύμπτωση περιορίζεται στην περιγραφή του φαινομένου και όχι σε μια ουσιαστική αιτιολόγησή του.

Όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μιλούν για την προβληματική συγκρότηση του ελληνικού κράτους, για τις πελατειακές σχέσεις, για την μειωμένη παραγωγικότητα, για την υποβαθμισμένη παιδεία, για τον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας σε τάξεις που δεν διστάζουν να κανιβαλίσουν η μία την άλλη, για το βόλεμα, τον νεοπλουτισμό, την απάτη και τις εύκολες λύσεις, την φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι όσοι μιλούν για τα θέματα αυτά, μιλούν σαν να αναφέρονται στις αιτίες της κρίσης, στις αιτίες που οδήγησαν την χώρα μας να γίνει ο αδύνατος κρίκος της ευρωζώνης και στην καταβαράθρωση των οικονομικών προοπτικών μας.

Όμως όλα αυτά δεν είναι αιτίες αλλά περιγραφές. Το να μιλούμε π.χ. για τις πελατειακές σχέσεις ως μια από τις αιτίες της κρίσης, δεν συνεπάγεται ότι κατανοούμε την αιτία της κρίσης, απλά μεταθέτουμε το πρόβλημα κατά ένα επίπεδο. Θα έχουμε μπει στην ουσία του θέματος αν μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες και ενδεχομένως ιστορικά αρχαιότερες αιτίες ένεκα των οποίων οι πελατειακές σχέσεις είναι χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα προαναφερθέντα, που λογίζονται ως αιτίες της κρίσης. Θα φθάσουμε στα αίτια μόνο αν μπορέσουμε να φέρουμε στο φως τις αφετηρίες των γεγονότων που εντέλει καθιστούν όλα αυτά, κυρίαρχα χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας.

Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η εξήγηση του ότι, όπως λέει η παροιμία, μικρός ήμουν και γέρασα και συνέχεια ακούω για τα ίδια πράγματα, βρίσκεται η εξήγηση γιατί όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις μας υπόσχονται ότι θα διορθώσουν αυτά τα οποία τώρα μας αναγκάζουν να διορθώσουμε οι ξένοι, και όλοι οι πρωθυπουργοί τα εξήγγειλαν πολλές φορές κατά την θητεία τους, και όμως αντ΄ αυτού πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο. Το να ονοματίζεις τα πράγματα είναι καλό για να τα εξορκίσεις, αλλά δεν βοηθά από μόνο του στο να λυθούν τα προβλήματα.

Το ερώτημα λοιπόν που θέλω να θέσω είναι για ποιον λόγο η κοινωνία μας έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μάλιστα διαχρονικά, από την απαρχή του ελληνικού κράτους. Μια απάντηση που λέγεται εύκολα και με ποικίλους τρόπους είναι ότι οι Έλληνες έτσι είμαστε. Ή το ισοδύναμο, αυτή είναι η ελληνική κοινωνία. Και πράγματι όσον αφορά την περιγραφή έτσι είμαστε οι Έλληνες και η κοινωνία μας. Γιατί άραγε; Μήπως φταίνε τα γονίδιά μας; Πολλά λέγονται ωσάν πράγματι να φταίνε τα γονίδιά μας, ωσάν αυτό που συμβαίνει να έχει νομοτελειακό χαρακτήρα.

Βέβαια δεν θα κουρασθώ για να αποδείξω ότι δεν φταίνε τα γονίδιά μας, το κάνουν άλλοι που ερευνούν την σχέση των γονιδίων με την συμπεριφορά και μας λένε ότι δεν υπάρχει δεσμευτική εξάρτηση της συμπεριφοράς μας από τα γονίδιά μας. Κάνω όμως και μια άλλη απλή σκέψη που μου λέει ότι δεν φταίνε τα ελληνικά γονίδια. Παρατηρώ δηλαδή ότι και σε άλλους λαούς και άλλες κοινωνίες που, χωρίς αμφιβολία, δεν έχουν ελληνικά γονίδια, εμφανίζονται τα ίδια φαινόμενα και τα ίδια προβλήματα. Σύμφωνοι λοιπόν, δεν είναι τα γονίδια, αλλά τότε τι είναι; Γιατί χρειαζόμαστε επειγόντως μια εξήγηση, πρέπει να προχωρήσει η σκέψη και ο προβληματισμός μας ένα βήμα παραπέρα.

Νομίζω ότι υπάρχει ένα εργαλείο το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να διερευνήσουμε εις βάθος τα αίτια της κρίσης. Αν δεν μπορούμε να τα αναζητήσουμε στο επίπεδο της βιολογίας είναι εύλογο να τα αναζητήσουμε στον χώρο του πολιτισμού. Στην κατεύθυνση αυτή νομίζω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του μιμιδίου, μια έννοια που εισήχθη από τον εξελικτικό βιολόγο Richard Dawkins, κατά αναλογία της εννοίας του γονιδίου στο πολύ γνωστό βιβλίο του Το εγωιστικό Γονίδιο . Το μιμίδιο χρησιμεύει ως εργαλείο περιγραφής και εξήγησης του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται ο πολιτισμός και οι ιδέες .

Σύμφωνα λοιπόν με αυτό το σχήμα, υπάρχουν συμπαγείς ομάδες πληροφοριών, ιδέες, αντιλήψεις, πιστεύω, προλήψεις και ότι άλλο συνθέτει τον ανθρώπινο πολιτισμό, οι οποίες έχουν δική τους ανεξάρτητη ζωή και οι οποίες “αγωνίζονται” για να αναπαραχθούν, να επιβιώσουν και να κυριαρχήσουν στους ανθρώπινους πολιτισμούς. Τα μιμίδια διαδίδονται μέσω του λόγου στον νου των ανθρώπων και επηρεάζουν άμεσα την συμπεριφορά τους. Η ιδέα αυτή είναι ιδιαίτερα γοητευτική και συνιστά ένα ισχυρό ερμηνευτικό εργαλείο για πολλά κοινωνικά και πολιτιστικά φαινόμενα, και για τον λόγο αυτό έχει ενθέρμους υποστηρικτές στην επιστημονική κοινότητα. Αντανακλώντας μια γενικότερη τάση να επεκτείνεται η χρήση στοιχείων της εξελικτικής βιολογίας σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, και τα μιμίδια εφοδιάζονται με εξελικτικά χαρακτηριστικά προκαλώντας βέβαια και αντίστοιχες επιστημονικές διαμάχες και εντάσσεις.

Αν και δεν είναι εύκολο να έχει κανείς σαφή άποψη και θέση για τις διαμάχες αυτές, ωστόσο μπορεί να κρατήσει αυτήν καθεαυτή την έννοια του μιμιδίου, όχι αναγκαστικά με τον οντολογικό χαρακτήρα της αλλά με τον ερμηνευτικό περιγραφικό χαρακτήρα, την ιδέα δηλαδή ότι συγκεκριμένα δομημένα πολιτιστικά στοιχεία κυκλοφορούν στο νου μας και μας επηρεάζουν στην καθημερινότητά μας με τρόπο όχι άμεσα αισθητό. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι βεβαίως και τα γονίδια των ελλήνων δεν σχετίζονται με την σύγχρονη κρίση, και επίσης μπορούμε να πούμε ότι, βεβαίως, τα μιμίδια των ελλήνων σχετίζονται άμεσα, αν δεν ευθύνονται απολύτως για την κρίση.

Ποια όμως είναι αυτά τα μιμίδια των Ελλήνων τα οποία ευθύνονται για την κρίση; Αυτά είναι στοιχεία της πολιτιστικής μας παράδοσης τα οποία κυκλοφορούν μέσα μας και καθορίζουν τις συμπεριφορές μας, τις συμπεριφορές που όλοι αναγνωρίζουν ως αιτίες της κρίσης. Θα έχουμε λοιπόν φθάσει στην πηγή των προβλημάτων μας όταν μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τα μιμίδια αυτά, και θα έχουμε σοβαρές πιθανότητες ξεπεράσματος της κρίσης όταν θα μπορέσουμε να τα “απενεργοποιήσουμε” με τις κατάλληλες διαδικασίες και μεθόδους. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η “ανακάλυψη” και “εξουδετέρωση” των εν λόγω μιμιδίων αποτελεί όρο ζωής της κοινωνίας και της πατρίδας μας.

Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι αναζητούμε μιμίδια τα οποία μας έρχονται από το μακρινό παρελθόν γιατί είναι ευκολοδιάκριτο το γεγονός ότι οι απαρχές της κρίσης είναι τόσο παλιές όσο και το ελληνικό κράτος. Εφόσον τα μιμίδια δρουν ήδη από τις απαρχές του κράτους μας, αυτό συνεπάγεται ότι αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν στον ελληνικό πληθυσμό πολύ πριν ιδρυθεί αυτό και επομένως τουλάχιστον κάποια από τα μιμίδια τα ένοχα για την κρίση προέρχονται από ελληνική μεσαιωνική παράδοση. Όπως κάθε άλλη πολιτιστική παράδοση έτσι και αυτή αποτελείται από ένα σύνολο μιμιδίων.

Η χρήση της εννοίας του μιμιδίου μας επιτρέπει να καταλάβουμε το γεγονός ότι στοιχεία της παράδοσης μπορούν να επιβιώνουν ανεξάρτητα και έξω από αυτήν. Με άλλα λόγια αντιλήψεις, απόψεις και ιδέες που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια μιας παράδοσης μπορούν να επιβιώνουν και έξω από αυτή, ακόμα και όταν αυτή σαν συγκροτημένο σύνολο έχει πάψει να υπάρχει. Θα έλεγε κανείς ότι τότε ακριβώς είναι πιο ενεργά γιατί τότε δεν γίνονται αντιληπτά και με αυτήν την έννοια γίνονται και πλέον επικίνδυνα. Και αυτό γιατί αν ένα σύνολο ιδεών, ένα δηλαδή μιμίδιο, μεταδοθεί και φθάσει μέχρις εμάς, έξω και ανεξάρτητα από το πλαίσιο το οποίο το γέννησε, τότε μπορεί να συνιστά δηλητήριο το οποίο πρέπει να εξουδετερωθεί άμεσα.

Χρησιμοποιώντας την έννοια του μιμιδίου ως ερμηνευτικό και περιγραφικό εργαλείο μας δίνεται η δυνατότητα να εστιάσουμε σε συγκεκριμένα στοιχεία του πολιτιστικού παρελθόντος μας και να τα κρίνουμε και ενδεχομένως να τα απορρίψουμε, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να κρίνουμε και να απορρίψουμε συνολικά το πολιτιστικό παρελθόν μας που τρόπον τινά συγκροτεί την ταυτότητά μας. Με άλλα λόγια μπορούμε να εργασθούμε για την εξυγίανση και εκσυγχρονισμό της ταυτότητάς μας, χωρίς να χρειάζεται να απαρνηθούμε συνολικά το παρελθόν μας, κάτι που θα ήταν άδικο και ατελέσφορο.

Σήμερα η ελληνική μεσαιωνική παράδοση σαν ενεργό συστατικό της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, όμως συστατικά της μιμίδια μπορούν κάλλιστα να επιβιώνουν και να προσδιορίζουν την σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και, καθώς συνιστούν πολιτιστικά στοιχεία ενός παρελθόντος που είναι ασύμβατο με το σύγχρονο παρόν, να δρουν ως ιοί, ως μικρόβια που αρρωσταίνουν την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει μια τάση η οποία μας αποτρέπει από το να ανιχνεύουμε αυτά τα κατάλοιπα του παρελθόντος τα οποία δηλητηριάζουν το παρόν. Και αυτό γιατί καταφεύγουμε στο ένδοξο παρελθόν προκειμένου να αντισταθμίσουμε τις αποτυχίες του παρόντος. Έτσι είμαστε μια κοινωνία που έχει ελάχιστη διάθεση να δει κριτικά το παρελθόν το οποίο σε όλες τις εκδοχές του ιεροποιείται και καθαγιάζεται. Αυτό συνιστά καθοριστικό εμπόδιο στο να αναζητήσουμε, να βρούμε και να απενεργοποιήσουμε τα μιμίδια τα οποία μας δηλητηριάζουν. Έτσι εξηγείται γιατί η αναζήτηση των αιτίων της κρίσης σταματά πολύ κοντά στην επιφάνεια, και αποφεύγει τα οδυνηρά ζητήματα που μας θέτει το παρελθόν.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση πρέπει να υπάρχουν πολλά μιμίδια τα οποία να συνιστούν τις ρίζες της σύγχρονης κρίσης. Πραγματικά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον έργο το να θελήσει κανείς να τα αναζητήσει, να τα αναδείξει και να προτείνει τρόπους απενεργοποίησής τους. Είναι ένα έργο το οποίο απαιτεί συστηματική και εκτεταμένη μελέτη της πολιτιστικής μας παράδοσης. Εκ προοιμίου μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι πολλά τέτοια μιμίδια κρύβονται στην ορθόδοξη θεολογική παράδοση και διδασκαλία, μια και αυτή αποτελεί ένα από τους κυριότερους, αν όχι ο κυριότερος, πυλώνας της ελληνικής πολιτιστικής μεσαιωνικής παράδοσης.

Στην συνέχεια θα εξετάσω ένα τέτοιο μιμίδιο και θα συζητήσω τους τρόπους με τους οποίους δηλητηριάζει το παρόν μας και με ποιες διαδικασίες ευθύνεται για συγκεκριμένα προβλήματα της κοινωνίας μας. Συγκεκριμένα θα συζητήσω τον κεντρικό πυρήνα της Ορθοδοξίας, όπως αυτός διαμορφώθηκε στο μεσαιωνικό ελληνικό παρελθόν. Και αυτός δεν είναι άλλος από την αντίληψη ότι η εκκλησία της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι αυτή και μόνο αυτή που έχει την ορθή δόξα περί της θεότητας, η ιδέα ότι αυτή γνωρίζει την μοναδική αλήθεια για τον Θεό. Πρόκειται για ένα μιμίδιο που υποβάλει στο υποκείμενο που το φέρει την ιδέα ότι μπορεί αυτός να γνωρίζει την Αλήθεια με ένα μοναδικό τρόπο, έτσι ώστε όλοι οι άλλοι να κάνουν λάθος, και ας το ονομάσουμε το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας. Προφανώς όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί και όλες οι παραδόσεις έχουν τέτοιες τάσεις, όμως στην Ορθόδοξη παράδοση αυτή η πίστη συνιστά την ίδια την ουσία της και είναι κατοχυρωμένη με διάφορους θεολογικούς τρόπους. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδο είχαν αυτόν τον στόχο.

Πρέπει να επισημανθεί και να τονισθεί ότι στις μέρες πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι θα ήθελαν να αρνηθούν το γεγονός ότι αυτό το μιμίδιο συνιστά την ουσία της πίστης τους. Βέβαια αν κανείς εξετάσει τα πράγματα εκ του σύνεγγυς δεν θα δυσκολευθεί να διαπιστώσει την προσχηματικότητα αυτής της άρνησης, όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Και αυτό γιατί οι εν λόγω αντιλήψεις επηρεάζουν ελάχιστο τμήμα του πληθυσμού και δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία το τι πρεσβεύουν σήμερα οι θεολόγοι. Αντιθέτως δεν νομίζω ότι θα τολμούσε κανείς να διαφωνήσει στο ότι κατά τον μεσαίωνα και την περίοδο της τουρκοκρατίας το μιμίδιο αυτό συνιστούσε τον πυρήνα της Ορθοδοξίας και επομένως ήταν κεντρικό συστατικό της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης. Τότε όμως τις αντιλήψεις αυτές τις ασπαζόταν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού και επομένως το μιμίδιο αυτό κυριαρχούσε στον ελληνικό πληθυσμό και βέβαια έκανες ότι μπορούσε για να επιβιώσει…

Η χρήση της εννοίας του μιμιδίου μας απαλλάσσει από την ανάγκη να συζητήσουμε την ουσία του θέματος, αν πράγματι μπορεί μια τέτοια αντίληψη να ευσταθεί ή όχι. Αυτή η συζήτηση έχει ενδιαφέρον μόνο για όσους τα θεολογικά ερωτήματα είναι κρίσιμα ερωτήματα. Άσχετα λοιπόν από το υπόλοιπο θεολογικό πλαίσιο το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας είναι αρκετά ευδιάκριτο ότι επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Πράγματι η ιδέα ότι αυτός ξέρει την μόνη αλήθεια …για όλα, είναι ένα ευδιάκριτο στοιχείο της συμπεριφοράς του σύγχρονου έλληνα, ιδέα που εκβάλει φυσιολογικά στην ιδέα της μοναδικότητας, το ότι δηλαδή ο καθένας μας είναι ο μόνος και μοναδικός γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το σύμπαν.

Στην διαπίστωση αυτή εύκολα κανείς καταλήγει απλά παρατηρώντας την συμπεριφορά των συμπολιτών μας και συχνά πυκνά όλοι μας την στηλιτεύουμε. Παρόλα αυτά η κατάσταση παραμένει η αυτή, κάτι που θα πρέπει να μας οδηγεί στην ιδέα ότι μάλλον δεν ανιχνεύουμε σωστά την αιτία του κακού. Η ιδέα του μιμιδίου μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα το θέμα. Το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας έχει σαφώς θρησκευτική και θεολογική αφετηρία, πλην όμως είναι ξεκάθαρο ότι τώρα αυτονομείται από το θρησκευτικό και θεολογικό πλαίσιο. Όταν βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον δεν χρειάζεται να κάνει πολλά για να επιβιώσει. Την φροντίδα αυτή την αναλαμβάνει η θρησκεία και η θεολογία της.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην περίπτωση κατά την οποία το φυσικό του περιβάλλον αποσυντίθεται, οπότε δεν μπορεί να τραφεί εκ του φυσικού. Δεν υπάρχει πλέον μια παντοδύναμη Εκκλησία με την θεολογία της για να του εξασφαλίζει τα προς το ζην! Τότε για να επιζήσει πρέπει να “λάβει” έκτακτα μέτρα. Πρέπει να κάνει τους ανθρώπους τους οποίους επηρεάζει ανίκανους να αντιληφθούν την δική του αδυναμία. Επειδή θα ήταν εντελώς ασύμφορο και επομένως αδύνατο να καταστρέψει την ικανότητα σκέψης τους και την δυνατότητα όρασης και κατανόησης, τουλάχιστον στον χώρο της ελληνικής παράδοσης ακολούθησε άλλη τακτική. Εκπαίδευσε τους ανθρώπους στο να αποδέχονται τον διαχωρισμό των λόγων από τα έργα, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι εύκολα να ζουν ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, ένα αυτόν της φαντασίας, όπου το εν λόγω μιμίδιο ζει και βασιλεύει και το άλλο, αυτόν της πεζής πραγματικότητας όπου ο άνθρωπος ζει την διάψευση της πίστης του, αλλά όμως δεν την χάνει !

Έτσι βλέπουμε ότι το εν λόγω μιμίδιο επιζεί γιατί στην πραγματικότητα έχει απενεργοποιήσει ένα άλλο μιμίδιο, το μιμίδιο του αληθεύειν. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει γιατί μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας η οποία στηλιτεύεται διαρκώς και διαχρονικά, παρόλα αυτά παραμένει ακμαία και νεάζουσα και συνεχίζει να υπονομεύει τις όποιες προσπάθειές μας να προσαρμοσθούμε με επιτυχία στην σύγχρονη πραγματικότητα. Για να επιζήσει το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας, δεν έχει παρά να απενεργοποιεί το μιμίδιο του αληθεύειν. Στην πραγματικότητα μόνο αν ενεργοποιήσουμε ξανά το μιμίδιο του αληθεύειν θα μπορέσουμε να πάψουμε να ζούμε την δική μας αλήθεια σαν την μοναδική στον κόσμο, θα εξουδετερώσουμε το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας. Επειδή όμως όλα αυτά είναι αλληλένδετα ισχύει και το ακριβώς αντίστροφο.

Ο άνθρωπος ή η ανθρώπινη ομάδα στην οποία δρα το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας και ταυτόχρονα έχει απενεργοποιημένο το μιμίδιο του αληθεύειν είναι φυσικό και αναμενόμενο να εμφανίζει ιδιότυπη εγωπάθεια και μια διαρκή διαφοροποίηση ανάμεσα στα λόγια και τα έργα που τελικά εκβάλουν σε συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές κατακερματισμού της κοινωνίας και μεγιστοποίηση της ανευθυνότητας και της ολοκληρωτικής αποφυγής της πάσης φύσεως ουσιαστικής αξιολόγησης. Το ψέμα και το φαίνεσθαι είναι οι κυρίαρχες συμπεριφορές που θεωρούνται αυτονόητα θεμιτές αρκεί να εξυπηρετούν τα συμφέροντά των ομάδων. Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούνται σε όλες τις κοινωνίες, σε κοινωνίες όμως που κυριαρχούν τα εν λόγω μιμίδια είναι και κοινωνικά αποδεκτές και για τον λόγο αυτό εξαιρετικά μαζικές.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι το πρόβλημα της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας είναι, για την ελληνική κοινωνία, πρώτιστα θέμα πολιτιστικό καθώς η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης έχει ως πρώτο θύμα την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα και η αντιμετώπισή του θα πρέπει να εστιαστεί πρωτίστως σε αυτά τα επίπεδα και σε δεύτερο χρόνο να χρησιμοποιηθούν τα κλασσικά οικονομικά εργαλεία. Όπως αποδεικνύεται στην πράξη, αυτά τα δεύτερα διαρκώς αποτυγχάνουν, στην ελληνική πραγματικότητα, όχι γιατί υπάρχει πρόβλημα γονιδίων, αλλά πρόβλημα μιμιδίων, και επομένως αυτή η ίδια η ζωή μας δείχνει τι πρέπει να κάνουμε. Ένα πολιτιστικό πρόβλημα καθώς έχει έντονα ψυχολογικό χαρακτήρα, παίρνει τον δρόμο της επίλυσής του όταν έρχεται στο φως της συνειδητότητας.

Είναι λοιπόν καθήκον των διανοουμένων να αναδείξουν, να συζητήσουν και επανατοποθετήσουν το πρόβλημα της σχέσης των έργων και των λόγων, το πρόβλημα του αληθεύειν σε νέες βάσεις, να διακρίνουν ποιες ιδέες και ποιες αντιλήψεις που έχουν καλλιεργηθεί και κυριαρχήσει στην ελληνική κοινωνία, τόσο του μεσαίωνα, όσο και την σύγχρονη, μας έχουν καταστήσει επιρρεπείς στο να ανεχόμαστε το ψέμα στην ζωή μας. Αν η θερμοκοιτίδα που εξέθρεψε το εν λόγω μιμίδιο ήταν η εκκλησιαστική θεολογία, θα πρέπει να δούμε τις επιβιώσεις της σήμερα και κυρίως τις μεταλλαγές της, έτσι ώστε να ακυρώσουμε τις αρνητικές της δράσεις, αλλά και να καλλιεργήσουμε αυτές τις στάσεις ζωής που μας καθιστούν συνεπείς και υπεύθυνους, τίμιους απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους.

Στα παραπάνω ουσιαστικά περιγράφω μια μέθοδο, μια διαδικασία η οποία πρέπει να επαναληφθεί και για όσα άλλα μιμίδια μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι κρύβονται πίσω από την νεοελληνική καχεξία, να δούμε τις αλληλεπιδράσεις τους και τις συνέπειές τους και εν τέλει να προσπαθήσουμε να τα αντιμετωπίσουμε με τους κατάλληλους τρόπους. Τέτοια μιμίδια έχουν εκτραφεί σε αφθονία στο θρησκευτικό αλλά και στο ιστορικό παρελθόν μας και καταφέρνουν να επιβιώνουν χάρη στην αγιοποίηση του παρελθόντος. Δεν θα μας αφήσουν εύκολα να τα απενεργοποιήσουμε, ο αγώνας για την επιβίωσή τους είναι άλλωστε το δομικό συστατικό τους, αλλά μοιάζει να είναι η αναγκαία και ενδεχομένως μοιραία μάχη για την επιβίωση του σύγχρονου ελληνισμού.

1. Richard Dawkins, Το εγωιστικό Γονίδιο, Κάτοπτρο 1976, σελ. 356 κ.ε.


2. Πολύ κατατοπιστικό είναι το σχετικό άρθρο στο λήμμα memes της Wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Memes όπου μπορεί να δει κανείς και την σχετική συζήτηση που προκαλεί η ιδέα του μιμιδίου στην επιστημονική κοινότητα.

3. Αυτήν την εργασία του εν λόγω μιμιδίου περιγράφω εκτενώς στο βιβλίο μου Ο Πλανήτης της Θεολογίας, σελ. 151 κ.ε.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Παραμονή 17 Νοέμβρη


Παραμονή της 17ης Νοέμβρη χρειάσθηκε να πάω στο Περιστέρι. Στον δρόμο άκουγα τρίτο πρόγραμμα βαριεστημένα. Και ξαφνικά, μετά από κομμάτια μεσαιωνικής μουσικής, έπεσε ένα κομμάτι βυζαντινής μουσικής. Το εκτελούσε μια χορωδία και είχε εξαιρετικό άκουσμα. Πραγματικά καθηλώθηκα. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, αλλά σχεδόν αμέσως το άκουσμα φωτίσθηκε από έντονο φως! Έφθασα σε μια συνειδητοποίηση που με καθήλωσε, σχεδόν σταμάτησα να οδηγώ μέχρι να τελειώσει η μουσική.

Αυτό που είδα ήταν η φυλακισμένη ζωή. Η μελωδία ήταν άκαμπτα στυλιζαρισμένη, ασφυκτικά πλαισιωμένη από το ισοκράτημα, αλλά ταυτόχρονα όλο σκέρτσο και περίτεχνες φιγούρες. Η ζωή μέσα στα κάγκελα της ορθόδοξης θρησκείας. Όσο άκαμπτη και σοβαρή και ασφυκτική και αν είναι η θρησκεία, δεν καταφέρνει να πνίξει την ζωή. Η ζωή, δηλαδή η διάθεση για ανάδειξη, για ευχαρίστηση, για αυτοεκτίμηση και αναγνώριση πάντα βρίσκει τρόπους για να ξεφύγει, είτε πρόκειται για την ισλαμική μπούργκα είτε για την βυζαντινή τέχνη. Τα ιερατεία την βάζουν σε κορσέδες, αλλά αυτή δεν το βάζει κάτω…

Τότε συνειδητοποίησα γιατί τόσοι πολλοί, άνδρες και γυναίκες από τα ορθόδοξα θρησκευτικά περιβάλλοντα παθιάζονται με την βυζαντινή μουσική. Είναι μια διέξοδος…

Όμως συνειδητοποίησα κάτι πολύ πιο σοβαρό. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει με την πατρίδα μου, με το έθνος μου, την κοινωνία στην οποία ζω. Φοράει ένα ασφυκτικό κορσέ και όμως μέσα σε αυτόν αγωνίζεται ζήσει, να ξεχωρίσει, να αναπτυχθεί. Όσο άκουγα την μουσική τόσο ένιωθα τον τόπο μου. Για αιώνες ζούσε μέσα στον εκκλησιαστικό κορσέ. Δεν πρόφτασε να απαλλαγεί από αυτόν και φόρεσε τον μαρξιστικό κορσέ. Σήμερα φοράει και τους δύο. Και μέσα σε αυτούς αγωνίζεται να ζήσει…

Ναι ο κορσές σε κάνει να μοιάζεις πιο όμορφος, σου δίνει μια αίσθηση ασφαλείας, όμως σε πνίγει, σε καθηλώνει είσαι ανήμπορος απέναντι στα χτυπήματα των ευέλικτων ανταγωνιστών σου. Κάθε πτυχή, έστω όχι κάθε αλλά οι περισσότερες πτυχές της ζωής μας είναι καθηλωμένες μέσα σε ένα νάρθηκα και τώρα ξαφνικά καταλαβαίνουμε ότι όλοι οι νάρθηκες πρέπει να σπάσουν!

Πανικός! Το μνημόνιο, αυτό μας αναγκάζει να κάνουμε. Εθισμένοι για αιώνες να ζούμε στους κορσέδες πανικοβαλλόμαστε. Ο καθένας αγωνίζεται να διατηρηθεί ο κορσές του.

Είμαι εξοργισμένος με τους πολιτικούς μας γιατί διαρκώς μας λένε ψέματα, ότι μπορούμε να απελευθερωθούμε χωρίς να χαλάσουμε τους κορσέδες μας… Πελαγοδρομούν ανάμεσα στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει και στον φόβο της ελευθερίας. Και στα προνόμια που δίνουν στα πάσης φύσεως ιερατεία, θρησκευτικά και πολιτικά, οι …κορσέδες.

Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Να σφύζεις από ζωή και ταυτόχρονα είσαι αναγκασμένος να φοράς μια αποπνικτική κουλτούρα που αποτυπώνεται από την βυζαντινή μουσική, και την βυζαντινή αγιογραφία μέχρι την μαρξιστική πολιτική ιδεολογία. Η δυστυχία του Έλληνα που αντιδρώντας στον κορσέ καταλύει κάθε έννοια τάξης. Ή ακόμα χειρότερα, δικαιολογεί την πάσης φύσεως ανομία, αρκεί να αισθάνεται ένα ελάχιστο ρεύμα ελευθερίας.

Πόσο θα ήθελα να ζω σε μια χώρα και μια κοινωνία χωρίς κορσέδες, αλλά με σαφή αίσθηση των ορίων…

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Νικήσαμε!!


Για μια ακόμη φορά αισθάνομαι ότι είμαι με το μέρος των νικητών! Μπορώ να ισχυρισθώ ότι αποτελώ βαρόμετρο. Το έχω γράψει και παλιότερα, είμαι εκείνη η κρίσιμη μάζα που δίνει την νίκη στις εκλογές. Είμαι ο σχετικά μικρός αριθμός των ψηφοφόρων που δεν είμαστε οπαδοί κανενός, αλλά ψηφίζουμε όποιον μας πείσει περισσότερο. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να ψηφίσουμε είτε το ένα είτε το άλλο κόμμα εξουσίας.

Αυτήν την φορά έκανα κάτι που δεν έχω ξανακάνει. Δεν πήγα να ψηφίσω, ψήφισα αποχή. Στον πρώτο γύρο αναγκάστηκα να πάω γιατί με έβαλαν και πάλι εφορευτική επιτροπή και έπρεπε να πάω να πω ότι δεν εμφανίσθηκα γιατί είμαι δημόσιος υπάλληλος και ο νόμος δεν επιτρέπει να είμαι μέλος εφορευτικής επιτροπής. Τώρα το γιατί, μην το ψάχνετε… Και θα πρέπει να πω ότι ήμουν, στον πρώτο γύρο, λίγο παγωμένος. Υπήρχε αποχή αλλά όχι και τόσο ξεκάθαρη, λίγο σαν να μπερδεύτηκα.

Όμως στον δεύτερο γύρο τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Όλοι εμείς που δεν είμαστε ηλίθιοι να τρώμε αδιαμαρτύρητα και διαρκώς τα ψέματα των πολιτικών είπαμε φθάνει, ως εδώ. Αρνούμαστε να συμμετέχουμε σε αυτήν την κοροϊδία, και αφού δεν μπορούμε να κάνουμε πραξικόπημα, απέχουμε. Και δεν είμαστε λίγοι. Η συνειδητή αποχή πρέπει να είναι γύρω στο 20%, καθότι ένα 30% είναι δεδομένη αποχή. (Προσωπικά θα ψήφιζα μόνο αν ήμουν Αθήνα ή Θεσσαλονίκη, να ψηφίσω Καμίνη ή Μπουτάρη. Όχι γιατί τους υποστήριξε το ΠΑΣΟΚ αλλά γιατί δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί.)

Βέβαια οι επαγγελματίες της πολιτικής μας επιτίθενται από όλες τις πλευρές. Φυσιολογικό, αφού χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα το βάλουν στα πόδια. Ήδη ο Σαμαράς έδωσε το σύνθημα: Θέλει να αλλάξει πολιτική η κυβέρνηση, όχι όμως και να γίνει αυτός κυβέρνηση…

Τους μαυρίζω όλους όχι γιατί είναι ψεύτες! Το ψέμα είναι η κυρίαρχη ιδεολογία στην κοινωνία μας και άντε βρες αυτόν που λέει την αλήθεια. Όχι, τους μαυρίζω γιατί είναι ανίκανοι, γιατί είναι άσχετοι, γιατί δεν έχουν ιδέα για το τι πάνε να κάνουν, γιατί είναι παράγωγα της αναξιοκρατίας και της έλλειψης αξιολόγησης, και της απάτης, που είναι τα σπορ στα οποία επιδιδόμαστε με πολύ ζήλο και πάθος εμείς οι νεοέλληνες.

Όμως σιγά σιγά ξυπνάμε, όλοι και περισσότεροι. Όπως σταδιακά παύουμε να τρώμε τα παραμύθια των θεολόγων, όσοι τα τρώγαμε, έτσι και παύουμε να τρώμε τα παραμύθια των πολιτικών. Αυτοί δυστυχώ ς είμαστε πολύ περισσότεροι.

Τι θα γίνει λοιπόν; Για μένα το πράγμα είναι απλό. Η καταστροφή είναι δεδομένη, αλλά δεν μπορώ να φαντασθώ ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η καταστροφή. Απλά ξέρω ότι αυτά που μας λεν δεν ισχύουν. Τι ισχύει δεν ξέρω, πάντως δεν είναι ευχάριστο, είναι πολύ άσχημο και αναπόφευκτο. Τουλάχιστον να προκύψει και κάτι καλό, να απαλλαγούμε από τους ανίκανους, όλους αυτούς που εμείς, εθισμένοι στα λόγια χωρίς αντίκρυσμα, ψηφίζαμε όλα αυτά τα χρόνια.

Με συνάντησε μια συγκάτοικος στην πολυκατοικία. Παιδί του παρισινού Μάη του 68! Μου λέει, θα ψηφίσετε; Όχι της λέω. Και εγώ το ίδιο μου λέει με εμφανή ανακούφιση! Δεν τους αντέχω άλλο…

Λοιπόν είναι πράγματι ένα φως στο τούνελ, αλλά δυστυχώς κανείς δεν ξέρει αν είναι η άκρη του τούνελ, ή το τραίνο που έρχεται…

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Που είναι η Ζωή;


Ήθελα να το γράψω πολλές βδομάδες πριν, αλλά δεν μπορούσα. Παραβρέθηκα σε μια ακόμα παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής με παραδοσιακούς ρωσικούς χορούς. Ήταν ένα πολύ εντυπωσιακό θέαμα. Ο σκηνοθέτης, ή σωστότερα ο ενδυματολόγος είχε μεγάλα κέφια και το εικαστικό μέρος της παράστασης ήταν συναρπαστικό. Και το χορογραφικό παρόμοια εντυπωσιακό.


Προσωπικά πρόσεξα άλλα πράγματα. Την μουσική, την λαϊκή ρώσικη μουσική την είχα ξανακούσει, χορούς όμως δεν είχα δει. Αυτό που έκανε αίσθηση σε εμένα ήταν κυρίως η διάθεση για ζωή που εξέπεμπαν όλοι οι παραδοσιακοί ρώσικοι χοροί. Μια διάθεση για ζωή θα έλεγα ζωώδη που πηγάζει μέσα από το βαθύ είναι του ανθρώπου. Όχι από τον εγκέφαλο αλλά από τα σπλάχνα. Μια διάθεση βαθειά ερωτική. Ζωή χωρίς έρωτα άλλωστε μάλλον είναι αντίφαση εν τοις όροις.

Αισθάνθηκα ότι αυτή ενστικτώδης ερωτική διάθεση για ζωή απουσιάζει από την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Δεν νομίζω να κάνω λάθος και η εξήγηση του γεγονότος είναι προφανής. Η εκκλησία ήταν πάντα ενάντια στους χορούς και όλες τις σωματικές εκδηλώσεις. Μόνο σε εντελώς περιθωριακές στιγμές ήταν δυνατόν να εκφραστεί αυτή η δύναμη και θέληση για ζωή.

Σκεπτόμουν, ορθοδοξία εδώ, ορθοδοξία και εκεί. Εδώ η ορθοδοξία έπνιξε την ζωή, εκεί δεν τα κατάφερε… Το τίμημα που πληρώνουμε για το γεγονός ότι ο χριστιανισμός είναι παιδί του ελληνισμού. Σκέπτομαι, εκεί ήταν ξενόφερτος και δεν μπόρεσε να πνίξει το παγανιστικό παρελθόν. Θυμάμαι τις διηγήσεις του Ντοστογιέφσκι και στηρίζω την άποψη αυτή. Εδώ μόνο στο καρναβάλι νομιμοποιείται ο λαός να εκφράσει αυτήν την διάθεση. Τον υπόλοιπο χρόνο την καλύπτει για να μην την καταγγείλει ο άμβωνας… (Τουλάχιστον μέχρι 50 χρόνια πριν.)

Και όμως ήταν στιγμές που η ελληνική κοινωνία έσφυζε από ζωή και έκανε μεγάλα πετάγματα. Σκέπτομαι, ήταν στιγμές που την ενέπνεαν μεγάλες ιδέες, ιδέες που ενεργοποιούσαν τις ζωτικές της δυνάμεις. Όμως οι ιδέες είναι ρευστές, αλλάζουν, αλλοιώνονται χάνουν την λάμψη τους. Έτσι και η ζωτικότητα της ελληνικής κοινωνίας δεν έχει διάρκεια, εύκολα χάνει τον δρόμο της, δεν χρειάστηκε πολύ να φθάσει στον αδυσώπητο εμφύλιο, σήμερα λίγα χρόνια μετά τους ολυμπιακούς στην χρεοκοπία.

Κοιτάω γύρω μου και το μόνο που βλέπω είναι …θάνατος. Για την ακρίβεια πεθαμένους ανθρώπους, μια κοινωνία κακαρωμένη που βλέπει ακίνητη να έρχεται το μοιραίο, χωρίς καμιά διάθεση να αντιδράσει με ένα θετικό τρόπο, κάτι να κάνει για να ξεφύγει από το πέσιμο στον γκρεμό. Δύο μόνο αντανακλαστικές κινήσεις διακρίνω. Το πώς θα ξεφύγω εγώ και η κάστα μου από το κακό, και το πώς θα ονοματίσω έτσι τα πράγματα ώστε να φαίνεται ότι …πάμε καλά…, ότι δεν έχουμε να πέσουμε σε γκρεμό αλλά να διασχίσουμε πεδιάδα χλοερή.

Όταν ακούω τους πολιτικούς, είναι σαν να ακούω θεολόγους και όταν ακούω ανθρώπους, είναι σαν να ακούω χριστιανούς που λένε ότι ο Θεός είναι αγάπη, γιατί αυτοί αισθάνονται καλά!

Είναι τυχαίο;