Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Λίγα λόγια για την εργασία



Για πολλά χρόνια αφιέρωνα καθημερινά δύο ώρες για την προσευχή και τουλάχιστον άλλες δύο ώρες σε αυτήν την εργασία προετοιμασίας. Δεν ξεκινούσα την προσευχή αν δεν ολοκληρωνόταν αυτή η εργασία που είχε σαν σκοπό και τέλος την εξισορρόπηση του ψυχισμού. Στο τέλος της η προσευχή ερχόταν τελείως αβίαστα, φυσιολογικά και υπήρχε ένας θετικός κύκλος ανάδρασης. Η εργασία προετοίμαζε την προσευχή και η προσευχή καθιστούσε όλο και πιο αποδοτική την εργασία. Με την πάροδο των χρόνων φυσικά ο άνθρωπος ωριμάζει, ο ψυχισμός εξομαλύνεται και η ανάγκη για την εργασία αυτή περιορίζεται ως προαπαιτούμενο για την προσευχή. Παραμένει όμως πάντα κεντρικό στοιχείο της ζωής και της ζωής μου.

Μέσα σε αυτήν την εργασία μαθαίνει κανείς να διακρίνει, να αποφασίζει. Η αίσθηση που έχει για τα πράγματα διευρύνεται πλουτίζει, όχι με λογικές αναλύσεις, αλλά με μια εσωτερική πληροφορία για την οποία έχω μιλήσει πολλές φορές σε άλλα κείμενά μου. Μέσα από μια τέτοια διαδικασία ο άνθρωπος “γνωρίζει” τι πρέπει να κάνει, βαδίζει με σταθερά βήματα στην ζωή του, παίρνει αποφάσεις που φαντάζουν πολύ δύσκολες αλλά γι’ αυτόν είναι προφανείς…

Υπάρχει η εντύπωση ότι η νοερά προσευχή πρέπει να καλλιεργείται στην απομόνωση. Η αλήθεια είναι ότι η νοερά προσευχή δεν μπορεί, είναι φύσει αδύνατον να καλλιεργηθεί στην απομόνωση. Τουλάχιστον για τα πρώτα, πολλά, χρόνια. Και ο λόγος είναι ότι την ποιότητά της και τα αποτελέσματά της τα καταλαβαίνει κανείς μόνο στην συναναστροφή με τους άλλους. Διαβάζοντας τα τελευταία χρόνια τα βιβλία του Ίρβιν Γιάλουμ κατανόησα ότι για μένα η συναναστροφή μου με τον οποιοδήποτε άλλο ήταν ένα είδος ομαδικής ψυχοθεραπείας όπου καθοριστικό ρόλο έπαιζε το εδώ και τώρα. Για χρόνια η παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο αντιδρούσα στην συμπεριφορά των άλλων απέναντι μου ήταν ο οδηγός και το κριτήριο για τον έλεγχο της ποιότητας της πνευματικής μου εργασίας. Η μόνωση, η απουσία συναναστροφών στερεί τον άνθρωπο από τις αφορμές εκείνες που θα του φανερώσουν τα σημεία στα οποία κανείς πάσχει.

Μέσα από τέτοιες διαδικασίες και τέτοιους τρόπους, η νοερά προσευχή ολοκληρώνει την προσωπικότητα του ανθρώπου, του αναπτύσσει ένα υγιή ατομισμό, σε πλήρη αντίθεση με το υπόλοιπο εκκλησιαστικό σύστημα που βασίζεται στην εκμηδένιση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πατάει σε σταθερό έδαφος, έχει πλήρη συναίσθηση αυτού που θεωρεί ως αμαρτωλότητά του αλλά αυτό δεν τον προβληματίζει γιατί βιώνει ταυτόχρονα αυτό που θεωρεί ως ζωντανή σχέση με τον Θεό. Οι ανεξέλεγκτες ενοχές εξαφανίζονται. Όλα αυτά είναι καταγεγραμμένα στα ασκητικά βιβλία και στους εκτενείς βίους των αγίων που ακολούθησαν αυτήν την οδό, οι οποίοι όμως δεν είναι πολλοί. Πλην όμως είναι σκεπασμένα με τόσα άλλα στοιχεία που προέρχονται από την λανθασμένη ανθρωπολογία και κοσμολογία, που πια αμφιβάλω αν έχει νόημα για τον μέσο άνθρωπο η ενασχόληση με τα κείμενα αυτά.

Επειδή όλη αυτή η διαδικασία είναι μια διαρκής ακροβασία μεταξύ διαφορετικών έως αντιθέτων καταστάσεων αναπτύσσεται έντονη θεολογική συνείδηση. Η θεολογία από ένα αφηρημένο σύστημα γίνεται κάτι ουσιώδες, αναγκαίο στοιχείο για την κατανόηση και αξιολόγηση του βιώματος. Το βίωμα από μόνο του δεν έχει καμιά αξία, έχει αξία όταν είναι αληθινό και έχει πράγματι διαφορά σημαντικότατη το να είναι αληθινό ή όχι, όπως εξήγησα προηγουμένως. Η θεολογία, σταδιακά και αυθόρμητα έρχεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Η θεολογική ακρίβεια φαντάζει να είναι το απαραίτητο στοιχείο για την αληθινή πνευματικότητα. Αυτή η αντίληψη υπάρχει και στα εκκλησιαστικά βιβλία και την είχα ενστερνισθεί πλήρως, αλλά όπως έδειξε η συνέχεια είναι εντελώς λανθασμένη

Η χριστιανική θεολογία, αλλά και πρακτική, έχει ένα έντονο νεοπλατωνικό χαρακτήρα με συνέπεια την χαρακτηριστική υποτίμηση του σώματος. Και πράγματι στην όλη διαδικασία που περιγράφω το σώμα, τουλάχιστον επισήμως, δεν λαμβάνει μέρος. Σιωπηλώς συμμετέχει με την χρήση του κομποσκοινιού, πλην όμως η συμμετοχή αυτή είναι άτυπη. Αυτή η έλλειψη συνιστά το σημαντικότερο μειονέκτημα της μεθόδου που περιγράφω και ίσως να είναι η αιτία του μικρού ποσοστού επιτυχίας που εμφανίζει στο σύνολο των όσων την ασκούν. Και σε αυτό το σημείο μπορώ να ισχυρισθώ ότι στάθηκα τυχερός γιατί πολύ πριν μπω σε αυτήν την διαδικασία είχα μάθει, δεν ξέρω ούτε το πώς, ούτε το γιατί, να αισθάνομαι και να ακούω το σώμα μου και να λειτουργώ με αυτό. Έτσι δεν έχασα εντελώς την επαφή με αυτό, κάτι που είναι πλέον πολύ σημαντικό. (Συνεχίζεται)

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Περί πλάνης ο λόγος!

(Ας λάβει υπ’ όψη του ο αναγνώστης ότι έχω δουλέψει και την πλάνη χειρός και την μηχανική πλάνη…)

Σε αυτήν την κατάσταση ο νους δεν παύει να λειτουργεί, η αίσθηση του εαυτού δεν χαλαρώνει ούτε χάνεται, απλά η προσοχή είναι έντονα στραμμένη προς το “φως” και όλα τα άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Οι σκέψεις που τυχόν γίνονται ακόμα και οι πράξεις, είπαμε ότι μετά από κάποια χρόνια μπορεί κανείς να έρθει σε αυτήν την κατάσταση κάνοντας διάφορα άλλα πράγματα, γίνονται είτε μηχανικά είτε χωρίς να προσελκύουν την προσοχή. Το ότι ο νους, δηλαδή η λογική σκέψη δεν παύει να λειτουργεί έχει την σημασία της και συμβάλει στην εξέλιξη του εαυτού.

Οι επιπτώσεις όλης αυτής της κατάστασης στην προσωπικότητα είναι παραπάνω από εμφανείς. Κατ’ αρχάς επέρχεται μια συναισθηματική πληρότητα η οποία σταδιακά εκμηδενίζει τις ενυπάρχουσες ανασφάλειες και αποκαθιστά την εσωτερική ισορροπία του ψυχισμού. Αυτά βέβαια με την προϋπόθεση ότι η όλη αυτή διαδικασία γίνεται αβίαστα, φυσικά, φυσιολογικά. Το επισημαίνω αυτό γιατί στον χώρο του μοναχισμού πολλές φορές οι μοναχοί προσπαθούν να βιώσουν αυτήν την κατάσταση κατά ένα εκβιαστικό τρόπο, τότε τα αποτελέσματα είναι εντελώς τα αντίθετα…

Αυτό το “φως” κυριολεκτικά φωτίζει την ύπαρξη και έτσι ο νους βλέπει τον εσωτερικό κόσμο σε ένα ιδιαίτερο, θα έλεγα μοναδικό βάθος και μοναδική καθαρότητα. Κατά την διάρκεια της προσευχής ότι η ένταση του “φωτός” αυξομειώνεται ανάλογα με ποιο τμήμα της ύπαρξης φωτίζει, ή αλλιώς ανάλογα με το είδος των εσωτερικών κινήσεων που συμβαίνουν στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου ή των σκέψεων που ελκύουν την εσωτερική προσοχή του νου. Διακρίνει κανείς διαρκώς περισσότερο τα του εσωτερικού του κόσμου, τις ανωμαλίες, τα προβλήματα, τις πηγές έντασης και ταραχής, είτε πηγάζουν από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό.

Η όλη διαδικασία συχνά πυκνά, αν όχι πάντα συνοδεύεται με δάκρυα. Αυτό είναι ένα μυστήριο πράγμα γιατί κανείς κλαίει χωρίς προφανή …λυπητερό λόγο. Αρχικά μπορεί να κλαίει με αισθητά δάκρυα, δηλαδή να δακρύζουν τα μάτια του, αλλά σταδιακά τα μάτια δεν δακρύζουν όμως έχει την αίσθηση ότι κλαίει. Και κλαίει …ευτυχισμένα! Τα δάκρυα αυτά έχουν τις ίδιες συνέπειες που έχουν τα συνήθη δάκρυα, εξισορροπούν τον ψυχισμό, ανακουφίζουν την ένταση, γίνονται δάκρυα χαράς και αγάπης, αναπόσπαστο στοιχείο της όλης κατάστασης. Και ο ψυχισμός αλλάζει. Αλλάζει γιατί και εκτός της κατάστασης της προσευχής ο νους, δηλαδή η λογική σκέψη αποκτά μια βαθειά αίσθηση όλων των ψυχικών καταστάσεων. Ένοιωθα σαν όλο το υποσυνείδητο να έρχεται στο φως του συνειδητού.

Είναι απίστευτο το πόσα πολλά κανείς καταλαβαίνει από τον εαυτό του, πόσο πολλά αισθάνεται, με τι ταχύτητα λειτουργούνται όλα αυτά και εντέλει, όλα καταλήγουν στο να μαθαίνει σταδιακά να ελέγχει τον εσωτερικό του κόσμο. Όσο περισσότερο κατανοεί κανείς τον εαυτό του, τόσο περισσότερο κατανοεί και τους άλλους. Η εσωτερική αίσθηση επεκτείνεται και σταδιακά αποκτά την ξεκάθαρη αίσθηση του ναι και του όχι. Αυτό είναι ένα σημείο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί στην όλη αυτή ιστορία ελλοχεύει ο απλοϊκός συναισθηματισμός, η κατάπτωση σε μια άλλη κατάσταση που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται πλάνη. Αυτό καθιστά καθοριστικής σημασίας την διαδικασία ελέγχου και μέσα από αυτήν την διαδικασία ο άνθρωπος μαθαίνει να κάνει τις σωστές ερωτήσεις και να δίνει τις ανάλογες απαντήσεις.

Στα εκκλησιαστικά κείμενα για την διάκριση της αλήθειας από την πλάνη στην πνευματική ζωή χρησιμοποιείται μια ορολογία που κρύβει τις βαθιές πραγματικότητες στις οποίες αναφέρονται οι λέξεις αυτές. Όλα όσα έχω ήδη πει είναι καθαρά ψυχικές, ψυχολογικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Εν τούτοις μπορεί να έχουν τελείως διαφορετικές ποιότητες και αυτή η διαφοροποίηση είναι μας επιτρέπει να κάνουμε την διάκριση μεταξύ της “αληθινής” πνευματικής κατάστασης και της “πλάνης”. Η βιωματική αίσθηση την “αλήθειας” και της “πλάνης” που έχει κανείς είναι εντελώς ξεκάθαρη, είναι βέβαια ξεκάθαρη όταν κανείς έχει γευθεί και τις δύο καταστάσεις.

Πως μπορούμε να τις περιγράψουμε; Νομίζω ότι υπάρχει ένα κριτήριο που διακρίνει τα πράγματα. Είπαμε ότι πρόκειται για μια κίνηση εσωτερική που παράγει αισθήματα και συναισθήματα. Η υγιής κίνηση είναι στραμμένη προς τα έξω, έχει κανείς την αίσθηση ότι κοιτά αλλού, σε κάποιον άλλο, η όλη κίνηση είναι μια κίνηση προς τα “εκεί” και γίνεται για χάριν του άλλου. Ο νους, η αυτοσυνειδησία, καθώς παρατηρεί τις διάφορες καταστάσεις που βιώνει, δεν κρίνει δεν αξιολογεί δεν ασχολείται με το τι αισθάνεται το εγώ. Ο έλεγχος γίνεται μετά. Την ώρα της προσευχής η στροφή της προσοχής προς τον εαυτό, με σκοπό την αναζήτηση των ευχάριστων συναισθημάτων είναι το πρώτο βήμα προς την διολίσθηση στην αρρωστημένη κατάσταση. Η ολοκλήρωση αυτής της στροφής προς το εγώ είναι η διαμονή, ο εγκλωβισμός της προσοχής στην αυτοπαρατήρηση των συναισθημάτων, και συνιστά την πλάνη.

Γιατί το ευχάριστο συναίσθημα κατά τον τρόπο αυτόν δεν έρχεται παρά μόνο με πίεση και είναι πολύ εύθραυστο, χάνεται εύκολα. Ο άνθρωπος χάνει την ψυχική του ισορροπία και γίνεται ανασφαλής, ευερέθιστος ακόμα και επιθετικός απέναντι στους άλλους, γεμάτος αμφιβολίες και ανησυχίες. Γενικά η διάκριση των δύο καταστάσεων γίνεται από τον τρόπο που συμπεριφέρεται ο άνθρωπος τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας, και όχι τόσο την ώρα της προσευχής. Για τον λόγο αυτό η προσευχή για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να σταθεί από μόνη της. Χρειάζεται συστηματική και επίπονη παράλληλη εργασία προετοιμασίας και ελέγχου.(Συνεχίζεται)

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Νοερά Προσευχή

Τα πράγματα άλλαξαν όταν άρχισα να αφιερώνω χρόνο στην λεγόμενη νοερά προσευχή. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε άρχισα, αλλά στο τελευταίο έτος θυμάμαι καλά ότι την εξασκούσα πλήρως. Έκτοτε για μια εικοσαετία ήταν η σημαντικότερη δραστηριότητα της ζωής μου και ήταν αυτή που καθόρισε την εξέλιξή μου, μέχρι την στιγμή που αποφάσισα να την αφήσω, όπως θα διηγηθώ στην συνέχεια.

Δεν θα μιλήσω εδώ για τον τρόπο και την διαδικασία της νοεράς προσευχής, αλλά θα περιγράψω το τελικό αποτέλεσμα, έτσι όπως το εβίωνα όλα αυτά τα χρόνια. Θα μπορούσα να πω ότι το βίωμα αυτό δεν άλλαξε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, άλλαξε η ευκολία με την οποία μπορούσα να το βιώσω, το πιο σημαντικό όμως είναι ότι αυτό άλλαξε, νομίζω δραματικά, εμένα.

Τι είναι όμως νοερά προσευχή; Είναι το μυστικό χαρτί της ορθόδοξης πνευματικότητας και γι’ αυτήν μπορεί κανείς να βρει άφθονη βιβλιογραφία, είτε γραμμένη από σύγχρονους είτε από παλαιούς. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν θα καταλάβει και πολλά και ο λόγος είναι ότι χρησιμοποιείται μια ορολογία που έχει χάσει προ πολλού την σημασία της. Τα κείμενα των παλαιών έχουν μέσα τους πραγματικά διαμάντια, πλην όμως είναι καλυμμένα με πολλές στρώσεις περιττών ή λανθασμένων στοιχείων. Φυσικά εγώ τότε δεν μπορούσα να καταλάβω κάτι τέτοιο και έτσι έχω αφιερώσει άπειρες ώρες διαβάσματος και έχω μελετήσει ότι έχει γραφτεί σχετικά, προσπαθώντας να το εφαρμόσω.

Το εγχείρημα είχε, για μένα, άμεση επιτυχία. Εκ των υστέρων γνωρίζω ότι αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο. Πολύ λίγοι άνθρωποι το καταφέρνουν και φυσικά μιλώ για μοναχούς και λαϊκούς που αφιερώνονται σε αυτήν την προσπάθεια. Αυτό είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω, χωρίς όμως να το καταλάβω, από την πρώτη αρχή καθώς ο τότε πνευματικός μου σχεδόν με ειρωνευόταν όταν του έλεγα τα σχετικά… Βέβαια μεγαλώνοντας και ταξιδεύοντας, επισκεπτόμενος όλα τα μοναστήρια και όλους τους γνωστούς πνευματικούς διαπίστωσα με έκπληξη στην αρχή, στο τέλος το συνήθισα, πόσο λίγοι αντιλαμβάνονταν γιατί πράγμα μιλούσα. Οι περισσότεροι ούτε που πίστευαν ότι υπάρχουν τέτοια πράγματα. Φυσικά τώρα καταλαβαίνω πολύ περισσότερα, πλην όμως δεν θα κουράσω τον αναγνώστη με τα διάφορα συναφή προβλήματα, που όμως είναι άκρως ενδιαφέροντα για όσους ασχολούνται με την ορθόδοξη πνευματική ζωή.

Ας επανέλθω στο ερώτημα, τι είναι η νοερά προσευχή. Κατ’ αρχήν είναι κάτι το εξαιρετικά ανιαρό και αδιάφορο. Κάθεσαι και επαναλαμβάνεις διαρκώς την ίδια φράση, συνήθως την φράση «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό». Για την πλειοψηφία των ασχολουμένων με αυτήν την εργασία, είναι μια επίπονος διαδικασία κατά την οποία εφαρμόζουν διάφορες τεχνικές, οι οποίες στο τέλος, μετά από πολύ χρόνο και κόπο αποφέρουν κάποια οφέλη, δηλαδή κάποια ευχάριστα συναισθήματα.

Για λίγους όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μετά από μικρή και σύντομη προσπάθεια ανακαλύπτουν θα έλεγα ένα μυστικό πέρασμα, ή μια μυστική κίνηση, ένα μυστικό τρόπο αλλαγής της νοητικής – ψυχικής και συναισθηματικής τους κατάστασης η οποία έχει θαυμαστά αποτελέσματα. Στην αρχή αυτή η ανακάλυψη του μυστικού δρόμου γίνεται με κάποια προσπάθεια, και απαιτούνται προϋποθέσεις όπως η ησυχία, η μόνωση, ο διαλογισμός και βέβαια η χρήση της προαναφερθείσας φράσης ή κάποιας άλλης ανάλογης. Με τα χρόνια όμως τίποτα από αυτά δεν είναι αναγκαία, αν και πάντα παραμένουν επιθυμητά.

Είναι μια κατάσταση καθαρά ανεικονική και χωρίς οποιαδήποτε σκέψη, την οποία ο άνθρωπος βιώνει να λαμβάνει χώρα στον χώρο όπου βρίσκεται η σωματική καρδιά, εξ ου και η παράλληλη ονομασία, καρδιακή προσευχή. Δημιουργείται η αίσθηση ότι στον χώρο αυτό υπάρχει ένα άνοιγμα από το οποίο εισέρχεται στον άνθρωπο κάποιο είδος ενέργειας, μιας γλυκιάς θέρμης, μια ευχάριστη ακτινοβολία, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αίσθηση φωτός, χωρίς να είναι κατ’ ουδένα τρόπο ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, άλλωστε δεν είναι αισθητή με τα μάτια, που μπορεί να μην βλέπουν τίποτα, στην αρχή το σκοτάδι βοηθά, στην συνέχεια τα μάτια μπορούν να βλέπουν, ότι βλέπουν, χωρίς να χάνεται αυτή η αίσθηση.

Αυτή η αίσθηση έχει ένα έντονο ερωτικό χαρακτήρα, η ανθρώπινη ύπαρξη ελκύεται από αυτό το “φως” και το βιώνει ως τρίτη παρουσία προς την οποία στρέφεται με έντονα αισθήματα ανταπόκρισης. Εφόσον ζούμε σε χριστιανική κοινωνία, και εγώ, το εκλάμβανα ως την παρουσία του Θεού, πιο συγκεκριμένα του Χριστού. Είχα την αίσθηση ότι από την άλλη πλευρά υπάρχει κάποιος Άλλος, και βέβαια δεν μπορούσε παρά να είναι ο Χριστός. Αυτή η στροφή της προσοχής προς το “φως” επικέντρωνε τον εαυτό σε αυτήν την σχέση η οποία είναι μια σχέση ανταλλαγής αγάπης, δημιουργείται ένας δεσμός ανάμεσα σε εσένα και Αυτόν που πιστεύεις ότι υπάρχει από την άλλη πλευρά. (Συνεχίζεται)

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

1975


Ποτέ δεν έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα αν πιστεύω στον Θεό. Ο Θεός ήταν για μένα μια αυταπόδεικτη και χειροπιαστή πραγματικότητα. Δεν πρόφθασα να προβληματισθώ γιατί από πολύ μικρός, πρέπει να ήμουν ή στο τέλος του δημοτικού ή στην πρώτη τάξη του γυμνασίου, όταν είχα την πρώτη εμπειρία της παρουσίας του Θεού μέσα μου. Ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από την εποχή εκείνη, την εμπειρία όμως αυτήν την διατηρώ καθαρή στην μνήμη μου.

Δεν της έδωσα καμιά σημασία, πέρα από το ότι, θεωρούσα αυτονόητο το να πιστεύω και πήγαινα αδιαμαρτύρητα στην Εκκλησία, όταν με πήγαιναν οι γονείς μου. Τα επόμενα χρόνια δεν συνέβη κάτι το αξιοσημείωτο μέχρι την σημερινή Β΄ Λυκείου, οπότε δύο γεγονότα άλλαξαν την ροή των πραγμάτων. Υπήρχε άγραφο έθιμο, η Ε΄ τάξη του Πειραματικού Θεσσαλονίκης να πηγαίνει ως εκδρομή έτους, το Πάσχα στο Άγιον Όρος! Το φαντάζεσθε; Ήμασταν η τελευταία χρονιά που ακολούθησε το έθιμο αυτό…

1975, στο Άγιον Όρος. Μόλις είχαν έρθει οι νέες συνοδείες, αλλά ακόμα λίγα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο τόπος και οι άνθρωποι μου κίνησαν το ενδιαφέρον, και την χρονιά εκείνη επισκέφθηκα το Άγιον Όρος ακόμα δύο φορές. Υπήρχαν άνθρωποι εκεί, εκείνη την εποχή, που είχαν την δική τους σοφία. Επισκέφθηκα ένα καλύβι, όπου ένας σκυφτός γεράκος μας έδωσε κάτι τι, δεν θυμάμαι τι ακριβώς, ένα κέρασμα μέσα σε κονσέρβα από τα περίφημα, εκείνη την εποχή, πιθανόν και τώρα, καλαμάρια Portola και μου είπε μια από τις πιο σοφές κουβέντες που άκουσα ποτέ. Τον ρώτησα, πως θα καταλάβω τι είναι σωστό, ποιο είναι το θέλημα του Θεού, και μου απάντησε: Δια της δοκιμής! Τότε δεν κατάλαβα τι μου είπε, αλλά έμεινε στην μνήμη μου και όσοι καταλαβαίνουν, καταλαβαίνουν…

Το άλλο γεγονός ήταν το ότι βρήκα στην βιβλιοθήκη της τάξης ένα βιβλίο του κ. Γιανναρά, νομίζω το Πείνα και Δίψα. Αυτά τα δύο γεγονότα μου έδωσαν να καταλάβω ότι πίσω από την αφελή πίστη που είχα κρύβονται πράγματα που έχουν μεγαλύτερη αξία και έτσι μέσα στο έντονα πολωμένο κλίμα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, όταν όλοι δήλωναν μαρξιστές δήλωνα μαχητικά χριστιανός. Πάντως όλα ξεχαστήκαν προς στιγμήν, μπροστά την λαίλαπα που λέγονταν, εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο.

Όταν το πανηγύρι για την επιτυχία της εισαγωγής στο πολυτεχνείο τελείωσε, ξαναθυμήθηκα ότι δήλωνα χριστιανός και θέλησα να ασχοληθώ πιο στα σοβαρά με αυτό. Συχνές επισκέψεις στο Άγιον Όρος και μελέτη των θεολογικών βιβλίων των θεολόγων που ήταν στην επικαιρότητα την εποχή εκείνη, αυτών που θα ονομασθούν θεολόγοι της δεκαετίας του 60 και αργότερα νεορθόδοξοι. Είχα καλές επιδόσεις στον τομέα αυτό, αλλά δεν επηρεαζόταν ιδιαίτερα η ζωή μου. (συνεχίζεται).