Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Επανάσταση κατά της θεολογικής πολιτικής σκέψης ΙΙ





Σε μια θεολογική χώρα, τα κόμματα αλλά και οι άνθρωποι, λειτουργούν σαν θρησκευτικές αιρετικές ομάδες που μάχονται για την κυριαρχία επί της αληθείας. Υπάρχει ο αρχηγός ο οποίος ορίζει ποια είναι η αλήθεια του κάθε κόμματος και στην συνέχεια οι υπόλοιποι πρέπει να την ακολουθούν. Ναι υπάρχει μια συζήτηση, αλλά το όλο σκηνικό θυμίζει οικουμενικές συνόδους.

Τότε που ο αυτοκράτορας, και προφανώς τις περισσότερες φορές η αυλή του, αποφάσιζε να υποστηρίξει μια θεολογική αλήθεια και συγκαλούσε μια “οικουμενική” σύνοδο επισκόπων η οποία επέβαλε την αλήθεια του αυτοκράτορα στους υπηκόους του. Ναι στην διάρκεια της συνόδου γινόταν συζήτηση, αλλά στο τέλος όλοι έπρεπε να υποταχθούν στην επιλογή της πλειοψηφίας, που πάντα εντελώς τυχαία, υποστήριζε την επιλογή του αυτοκράτορα. Όσοι δεν δεχόντουσαν την αλήθεια της πλειοψηφίας ήταν απόβλητοι…

Όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα σε όλα τα κόμματα. Τα κριτήριά τους δεν είναι το αποτέλεσμα, δεν είναι το καλό της κοινωνίας, της πατρίδας, της Ελλάδας, αλλά η συμμόρφωση με τις αλήθειες του αρχηγού και της ομάδας του. Και η αλήθεια αυτή είναι τόσο ανώτερη που όποιος την αμφισβητεί δεν έχει θέση μέσα στο κόμμα, είναι αιρετικός…

Αυτός ο απίστευτος κομματικός κατακερματισμός οφείλεται σε μια εντελώς θεολογική διαδικασία, την οποία περιέγραψα προηγουμένως. Ομάδες και ομαδούλες μη δεχόμενες την θεολογική αλήθεια των ηγεσιών, δηλαδή επιμένοντας στην προσωπική τους θεολογική αλήθεια, αποσκιρτούν από τα κόμματα και σχηματίζουν νέα και όλοι δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να συνεργαστούν με κανένα άλλο κόμμα, γιατί δεν μπορεί να συνυπάρξει το σκοτάδι με το φως…

Και οι χαχόλοι της βάσης ακολουθούν…

Το κύριο χαρακτηριστικό μιας θεολογικής αλήθειας είναι το αμετάβλητό της. Όλοι οι …πολιτικοί θεολόγοι, οχυρώνονται πίσω από τις αλήθειες τους και πυροβολούν ο ένας τον άλλο σε μια απίστευτη σπατάλη, για μια ακόμα φορά, πόρων, ανθρώπινων και υλικών, στον βωμό των προσωπικών και συντεχνιακών συμφερόντων. Και από κοντά οι ηθικοί αυτουργοί, οι δημοσιογράφοι… Αντί να επικεντρώνονται στο δια ταύτα, σε αυτό που έρχεται, γυρίζουν διαρκώς στο παρελθόν για να υποσκάψουν το παρόν. Λένε στους πολιτικούς: καλά τα λέτε τώρα, γιατί δεν τα λέγατε ή δεν τα κάνατε δυο χρόνια πριν;…

Ένα επιχείρημα υπέρ κάθε θεολογικής αλήθειας είναι ότι ήταν ίδια και χθες και μια αλήθεια που αλλάζει δεν μπορεί να είναι αληθινή…

Έχω λοιπόν μια πολύ σαφή άποψη. Τα κόμματα αλλά και η πολιτική γενικά, είναι θεσμοί τους οποίους υπηρετούν οι άνθρωποι για το καλό της κοινωνίας και δεν υπάρχουν για να εξυπηρετούν προσωπικά συμφέροντα. Οι δε απόψεις τους είναι απόψεις, όχι υπερφυσικές αλλά σημεία ισορροπίας συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων και ως εκ τούτου πρέπει διαρκώς να αλλάζουν, να εξελίσσονται. Οι διαρκείς διασπάσεις τους, αποχωρήσεις και διαγραφές είναι αποτέλεσμα της θεολογικής δομής τους, της απουσίας της ορθολογικής σκέψης και της κυριαρχίας μιας ξεπερασμένης μεταφυσικής για το τι είναι συμφέρον για τον τόπο.

Στην Ελλάδα θεωρώ ότι ένα μόνο θεολογικό κόμμα έχει λόγο και νόημα ύπαρξης, το ΚΚΕ. Όλα να νεοφανέντα κόμματα δεν έχουν λόγο ύπαρξης, όπως άλλωστε και φανερώνει ο ξύλινος, αλλά και θαυματολογικός λόγος τους. Υπόσχονται θαύματα, αρκεί να ανάψουμε το κεράκι μας στο εικονοστάσι τους.

Μπορεί να απεχθάνομαι τις πολιτικές των κομμάτων εξουσίας, αλλά ακόμα πιο πολύ απεχθάνομαι το θαύμα που υπόσχονται οι αιρετικοί των άλλων κομμάτων. Πιστεύω ότι μόνο μια ελπίδα υπάρχει για τον τόπο μας: Να επαναστατήσουμε κατά του “θεολογικού” εκμαυλισμού της πολιτικής αλλά και της “θεολογικής” σκέψης ημών των πολιτών. Όχι προτιμώντας άλλους θεολόγους, αλλά βοηθώντας την ανανέωση των κομμάτων εξουσίας. Ψηφίζοντας δηλαδή αυτούς που τολμούν να αλλάζουν, αυτούς που δεν διστάζουν να παραδεχθούν ότι έκαναν λάθη και δεν έχουν διάθεση να τα επαναλάβουν.

Η επιλογή είναι αρκετά εύκολη. Θα εμπιστευτώ αυτούς που σε αυτήν την αλλαγή δίδουν συγκεκριμένο και σαφές περιεχόμενο, που δεν είναι μια απλή διακήρυξη. Θα μαυρίσω όλους όσους λένε …εγώ σας τάλεγα…

Η ζωή υπάρχει στην εξέλιξη και όχι στην καταστροφή ή την στασιμότητα.




Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Επανάσταση κατά της θεολογικής πολιτικής και σκέψης Ι



Πολλές φορές ισχυρίζομαι ότι το μείζον πρόβλημα στην Ελλάδα σήμερα είναι η …θεολογική της σκέψη. Το ότι δηλαδή το σημερινό αδιέξοδο οφείλεται στο γεγονός ότι και οι πολιτικοί μας αλλά και ο κόσμος σκέπτεται και αντιδρά θεολογικά. Πριν από λίγο ήμουν στο Δημαρχείο της Αγίας Παρασκευής, για κάποιο θέμα τοπικό θέμα, και ο θεολογικός τρόπος σκέψης και δράσης της κ. αντιδημάρχου με έκανε ακόμα μια φορά να σκεφτώ ότι γεννήθηκα σε λάθος τόπο…

Δεν μου είναι όμως ξεκάθαρο, αν γίνεται καθαρό τι σημαίνει για μένα θεολογική σκέψη, ούτε το γιατί χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο και όχι κάποιον άλλο. Στις σχετικές λοιπόν αναφορές, που είναι ξεκάθαρα όχι θεολογικές, με το όρο θεολογική σκέψη εννοώ μια στάση, ένα τρόπο σκέψης και αντίδρασης απέναντι στα πράγματα. Δεν αναφέρομαι με κανένα τρόπο σε θεολόγους διανοούμενους ή εκκλησιαστικούς ούτε σε θεολογικά ζητήματα. Τα ζητήματα που με απασχολούν είναι καθαρά πολιτικά, όπως π.χ. οι επικείμενες εκλογές. 

Γιατί όμως χρησιμοποιώ τον όρο θεολογική σκέψη; Η απάντηση έρχεται από την ιστορία. Το μοτίβο σκέψης που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία σήμερα, ιστορικά αναπτύχθηκε από τους χριστιανούς θεολόγους  -δεν έχω γνώσεις για να συγκρίνω τις άλλες θεολογικές παραδόσεις-  και στην συνέχεια η ορθόδοξη θεολογική παράδοση απετέλεσε καθοριστικό παράγοντα στην εξέλιξη του νεοελληνικού πολιτισμού. Στην ανάλυση που έκανα σχετικά με τα μιμίδια εξήγησα αναλυτικά, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, αν και το θέμα αυτό απαιτεί περισσότερη μελέτη.

Ταυτόχρονα, παραδείγματα από την χριστιανική διδασκαλία φανερώνουν ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο αυτό το μοτίβο. Βεβαίως κάποιοι ασπάζονται την θεολογική σκέψη, όσον αφορά θεολογικά ζητήματα. Αυτό δεν το κατακρίνω. Αυτό που κατακρίνω είναι η μεταφορά αυτού του μοτίβου σε μη θεολογικά ζητήματα, την μεταφορά της θεολογικής δομής της σκέψης σε μη θεολογικά ζητήματα.

Να μερικά από τα μοτίβα της θεολογικής σκέψης: Η πίστη σε άνωθεν αποκεκαλυμμένες αλήθειες ακόμα και αν αυτές προσκρούουν εμφανώς και προφανώς στην άμεση εμπειρία των ανθρώπων. Π.χ. η διδασκαλία ότι ο Θεός είναι αγάπη, αν και η καθημερινή εμπειρία αποδεικνύει το αντίθετο. Για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο η θεολογία έχει αναπτύξει μια ποικιλία στρατηγικών και μεθόδων με τις οποίες φανερώνει ότι το μαύρο είναι άσπρο. Το εντυπωσιακό είναι ότι ο σύγχρονος πολιτικός λόγος που ακούω σήμερα ακολουθεί ακριβώς τις ίδιες τακτικές και μεθόδους προκειμένου να αποδείξει το όποιο ζητούμενο που συνήθως είναι το αντίθετο από την κοινή εμπειρία. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον λόγο των πολιτικών, αλλά και των απλών πολιτών…

Για τις μεθόδους αυτές έχω μιλήσει αλλού αναλυτικά, τώρα θα πω επιγραμματικά ότι πρόκειται για κυριολεκτικό βιασμό του λόγου και της λογικής με ένα συνδυασμό μερικών αληθειών και πολλών ψεμάτων και ένα σοφιστικέ παιχνίδι με το νόημα των λέξεων. Π.χ. όπως η λέξη ελευθερία στην χριστιανική θεολογία έχει μαγικές ιδιότητες και διαστάσεις, κάτι το εντελώς ανάλογο συμβαίνει σήμερα με την λέξη ανάπτυξη. 

Στο υπόβαθρο όλων είναι η συστηματική απουσία της κοινής λογικής, του μόνου εδάφους στο οποίο μπορεί να ανθήσει η συνεννόηση των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν όπως ακριβώς υπάρχει μια απίστευτη πολυδιάσπαση στον χώρο της θεολογίας και της Εκκλησίας, ο καθένας λέει και πιστεύει ότι θέλει, έτσι υπάρχει και η ακραία πολυδιάσπαση στον πολιτικό χώρο. Γιατί απλά δεν υπάρχει ένα κοινό σημείο αναφοράς και ένα κοινό σημείο ελέγχου. 

Αυτές τις σκέψεις τις έκανα ακούγοντας για την καινοφανή διάσπαση του εκλογικού σώματος μπροστά σε προβλήματα ζωής ή θανάτου για τον τόπο μας. Είπα: μονάχα σε μια θεολογική χώρα μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο…


Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Μια κοινωνία στα πρόθυρα της αυτοκτονίας...




Αυτές τις μέρες σκέφτομαι ξανά και αναρωτιέμαι: πως είναι δυνατόν να πήρα, στο παρελθόν, στα σοβαρά και κυριολεκτικά τον χριστιανικό μύθο… Πως είναι δυνατόν να υπήρξα τόσο …ανόητος.

(Ας κάνω μια σημαντική διευκρίνιση. Ο μύθος αυτός είναι εξαιρετικά πλούσιος και σημαντικός, αλλά ως μύθος δηλαδή μια συμβολική καταγραφή του ανθρώπινου ψυχισμού, των φόβων του, των επιδιώξεών του, των ελπίδων του, αλλά και των μεθόδων που χρησιμοποιεί το κοινωνικό σύνολο για την χειραγώγηση των μελών του. Το απίστευτο είναι ότι πίστευα ότι δεν είναι μύθος, αλλά ότι είναι η μόνη αντικειμενική αλήθεια για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τον Θεό.)

Έχω πολύ καλή ανάμνηση του τρόπου και των αιτίων ένεκα των οποίων φέρθηκα ανόητα, αλλά όλες αυτές οι σκέψεις με οδήγησαν στο να ξανασκεφτώ με ένταση το παρόν, το σύγχρονο ελληνικό δράμα. Ένα σχετικά σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας είναι ευνοϊκά διακείμενο απέναντι στον μύθο, για λόγους διαμετρικά αντίθετους από τους “δικούς” μου. Και ο μύθος αυτός, για λόγους ιστορικούς, είναι πυρηνικό στοιχείο της ελληνικής κουλτούρας και η επίδρασή του στο παρόν είναι κατά την γνώμη μου καταλυτική. Η ελληνική κοινωνία σήμερα πελαγοδρομεί γιατί αδυνατεί να κατανοήσει και να επεξεργαστεί αυτήν την επίδραση. Γράφω λοιπόν μερικές ακόμα σκέψεις:

Ο χριστιανικός μύθος, όταν προσφέρεται απλουστευτικά, και σήμερα μόνο έτσι καταναλώνεται, είναι η αποθέωση του λαϊκισμού και της απάτης που συνοδεύει αναπόφευκτα τον κάθε λαϊκισμό. Πραγματικά τι μπορεί να είναι πλέον …χαϊδευτικό για τα αυτιά του ανθρώπου από την διδασκαλία ότι ο Θεός έπαθε-σταυρώθηκε για χάρη του, για την σωτηρία του; Και ότι αυτή η σωτηρία προσφέρεται δωρεάν σε όλους, δεν έχουν παρά να την θελήσουν και να …πάνε να την πάρουν! Περάστε κόσμε, δωρεάν γεύμα! Η απάτη, μια από τις απάτες, γιατί υπάρχουν και άλλες, είναι αυτό το δωρεάν. Μόλις κάποιος τσιμπήσει, αρχίζει και πληρώνει δια βίου ένα χρέος που δεν τελειώνει ποτέ.

Φυσικά όλα αυτά δεν τα σκέπτομαι γιατί ανησυχώ για όλους όσους πιστεύουν στην μοναδική αλήθεια του χριστιανικού μύθου, αλλά γιατί συνειδητοποιώ το τραγικό αδιέξοδο της κοινωνίας μας. Μιας κοινωνίας βαθειά ζυμωμένη με τον μύθο αυτό, άρα βαθειά ζυμωμένη με τον λαϊκισμό και την ιδέα του τζάμπα γεύματος, φυσικά μόνο για εμάς, τους εκλεκτούς…

Μια κοινωνία που πολλές φορές στο παρελθόν αυτοκτόνησε, πιστεύοντας σε διάφορες παραλλαγές του χριστιανικού λαϊκισμού, νομίζω ότι η πρώτη ήταν το 1204, μετά 1453, μετά 1922, 1944, και φοβάμαι τώρα. Και πάλι η χώρα δείχνει να οδεύει στην αυτοκτονία για χάρη του ίδιου και απαράλλακτου μύθου. Θα μπορούσα να γράψω πολλά για να εξηγήσω πλήρως αυτήν την ερμηνεία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι και πάλι το ίδιο. Και πάλι στον τόπο μας συγκροτείται ένα μέτωπο, αυτών που πιστεύουν στον μύθο, μιας άνωθεν δηλαδή σωτηρίας όπου κάποιος άλλος πληρώνει για τις αμαρτίες μας και αυτών που έστω και αργά, έστω και με παλινωδίες καταλαβαίνουν ότι πρέπει να πληρώσουμε για να σωθούμε.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλες τις φορές η αναζήτηση της τζάμπα σωτηρίας έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό: αναδεικνύει ως εχθρό την δύση και τους δυτικούς. Τι ειρωνεία! Πάντα, σε όλες τις συγκυρίες που ανέφερα, από την δύση παίρναμε το γεύμα και μετά δεν θέλαμε να το πληρώσουμε… Δεν είναι τυχαίο. Οι δυτικές κοινωνίες είναι οι πρώτες και ίσως οι μοναδικές κοινωνίες στον πλανήτη που εδώ και αιώνες δεν αναζητούν άνωθεν την σωτηρία αλλά την κατακτούν με το σπαθί τους ή με την επιστήμη και τον πλούτο τους. Είναι οι κοινωνίες από τις οποίες όλοι οι λαϊκιστές ηγέτες του πλανήτη, οπαδοί του τζάμπα γεύματος, τρώνε χωρίς να θέλουν να πληρώσουν, με τραγικό αποτέλεσμα βέβαια στο τέλος οι δυτικοί να τους παίρνουν και τα …σώβρακα! (Βέβαια τον λογαριασμό τον πλήρωναν και συνεχίζουν να πληρώνουν οι λαοί. Οι ηγέτες συνήθως ξέρουν να την κάνουν…)

Είναι τρομακτικό το δίλλημα των τωρινών εκλογών. Ή θα αποποιηθούμε τον μύθο του τζάμπα γεύματος που το πληρώνει κάποιος άλλος, φτωχαίνοντας, ή θα μας πάρουν, ακόμα μια φορά, και τα σώβρακα.

Έτσι θέλαμε και τον φέραμε, φώναζε το πλήθος όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αποβιβαζόταν στον Πειραιά ικανοποιώντας τα αντιδυτικά αισθήματα της όχλου της εποχής, με αποτέλεσμα την τραγικότερη απώλεια του ελληνισμού, της αρχαίας κοιτίδας του…

Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω φωνάζουν οι σύγχρονοι δεξιοί και αριστεροί απόγονοι των καταστροφέων του ελληνισμού, και μας οδηγούν στην ολοκλήρωση των διαδοχικών καταστροφών που ξεκίνησαν το 1204.

Όσοι πιστεύουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι μια ξοφλημένη υπόθεση πρέπει να ξεσηκωθούμε αντίθετα στον λαϊκισμό της άνωθεν ανέξοδης σωτηρίας, να αυξήσουμε την απόδοσή μας, την δουλειά μας, τις πληρωμές μας… Για την σωτηρία την δική μας και της χώρας μας!

Είναι δυνατόν να εμπιστευθούμε ξανά αυτούς που, χωρίς αμφιβολία, μας οδήγησαν εδώ; Να το τρομακτικό ερώτημα-δίλλημα. Η πείρα της ζωής, αλλά και των άλλων κοινωνιών που έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τέτοιες κρίσεις χωρίς να τις μετατρέψουν σε καταστροφές, μας δείχνει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Πρέπει εμείς και αυτοί να αλλάξουμε έτσι ώστε να μην επικρατήσει το κύμα του αντιδυτικού λαϊκισμού και να χάσουμε και τα αβγά και τα πασχάλια.


Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Το αιώνιο δίλλημα



Σε όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στο εσωτερικό καθενός εκ των δύο πυλώνων του δικομματισμού συνυπήρχαν πάντα στοιχεία εξαιρετικά ετερόκλητα: εκσυγχρονιστές και λαϊκιστές, μεταρρυθμιστές και αντιμεταρρυθμιστές, δυτικόφιλοι που αναζητούσαν τις ιδεολογικές τους ρίζες στον Αδ. Κοραή και οπαδοί της καθ' ημάς Ανατολής εκφραζόμενοι από το «κρείττον βασιλεύον Τούρκου φακιόλιον ή καλύπτραν λατινικήν». Ο εσωκομματικός ανταγωνισμός αυτών των αντίθετων προσανατολισμών ήταν παράγοντας που καθιστούσε τα δύο πολυσυλλεκτικά κόμματα ανίκανα για οποιαδήποτε συνεκτική πολιτική δράση, με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην απραξία (σημαντική αιτία της σημερινής πραγματικότητας).

Οι πρόσφατες, όμως, δραματικές εξελίξεις και οι ευρύτερες πολώσεις που δημιούργησαν τα διαδοχικά Μνημόνια, καθώς και η εξέλιξη της στάσης απέναντί τους των κομμάτων εξουσίας, φαίνεται πως θα οδηγήσουν σε πλήρη αναπροσδιορισμό του εθνικού κομματικού τοπίου: η σύγκρουση δυτικόφιλων και αντιδυτικών στοιχείων πιθανότατα θα πάψει να τέμνει εγκάρσια τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου και θα καταστεί η βάση της κομματικής αντιπαράθεσης. (Αλλωστε η σύγκρουση αυτή υπήρξε το ιδεολογικό υπόστρωμα κάθε μείζονος πολιτικής ή πολιτισμικής διαίρεσης στη διαχρονικά «δικέφαλη» χώρα μας. Υφίστατο ήδη στο ύστερο Βυζάντιο, επίσης στα χρόνια του πρώτου ελληνικού διαφωτισμού και κυρίως κατά, αλλά και μετά, την έκρηξη του εθνικού διχασμού το 1915-16)
.
Με τα νέα δεδομένα λοιπόν, η πρόσφατα, ανεπαρκώς και αυτοαναιρετικά έστω, «μεταμεληθείσα» «νέα» Νέα Δημοκρατία και το εδώ και καιρό ανανήψαν - από το ρήμα ανά - νήφω που σημαίνει ξαναγίνομαι νηφάλιος, ξαναέρχομαι στα συγκαλά μου - λοβερδοβενιζέλειο ΠΑΣΟΚ συγκροτούν δυνάμει, και παρά την τεχνητή υπερδιόγκωση των διαφορών τους, τις δύο πτέρυγες της φιλοδυτικής παράταξης. Αυτό, δε, ισχύει έστω και αν η πολιτική και κυβερνητική σύγκλισή τους δυσκολευτεί στο ορατό μέλλον από διάφορους ανασταλτικούς παράγοντες (όπως είναι, για παράδειγμα, το βάρος του παρελθόντος, το αντιστασιακό αντάρτικο των επιβιωνόντων στους κόλπους τους νεαντερτάλειων στοιχείων, ο φόβος του πολιτικού κόστους, η διαμάχη ως προς τον επιμερισμό των ευθυνών, η παρακμή του παραδοσιακού δικομματισμού που δυσχεραίνει την κομματική πειθαρχία κοκ).
Από την άλλη πλευρά θα βρεθεί, κατά τα φαινόμενα, ο εσμός - δεσμός των κάθε λογής αντιδυτικών στοιχείων (ή, ενδεχομένως, στοιχειών), ακροαριστερών και ακροδεξιών, πασοκογενών ή νεοδημοκρατικής προέλευσης, πολυκέφαλων, ακέφαλων ή ανεγκέφαλων, σπιθαμιαίων ή σπιθαίων, καμένων ή κομμένων από τα ψηφοδέλτια των παλιών τους κομμάτων, πασπαλισμένων ή όχι με λογοδιαρροϊκή κανέλλα και, εσχάτως, παρεχόντων πιστοποιητικά ελληνικότητας.

Η έκβαση της εκλογικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα θα προσδιορίσει, ίσως, για πάρα πολλά χρόνια τη μοίρα του τόπου. Αν επικρατήσει η - εν τέλει και παρά τις δυσκολίες - αναπόφευκτη συμμαχία των πολιτικά ενηλικιωμένων πλέον φιλοδυτικών κομμάτων, υπό προϋποθέσεις ίσως φανεί φως στην άκρη του τούνελ. (Οι προϋποθέσεις είναι: διεθνής ανάκαμψη, να επικρατήσουν πολιτικά στην Ευρώπη οι δυνάμεις που δεν εκφράζουν τον τιμωρητικό καλβινισμό τουλάχιστον στην ακραία εκδοχή του και, εξίσου σημαντικό ασφαλώς, να αποκατασταθεί παρ' ημίν η δημόσια τάξη - κάτι που σημαίνει πάταξη της «παπούτσειας» νοοτροπίας σύμφωνα προς την οποία «σπασμένα μάρμαρα δεν πειράζει» - ώστε να πάψει η ανομία, άμεσα συνδεόμενη άλλωστε με την ανεξέλεγκτη βία, να διώχνει επενδυτές και τουρίστες).

Αν, αντίθετα, οι αντισυστημικές δυνάμεις του δεξιού και αριστερού αρνητισμού καταστούν αυτές, ως άθροισμα, κοινοβουλευτικά πλειοψηφικές και η χώρα γίνει μη κυβερνήσιμη, τότε το αποτέλεσμα είναι πρακτικά σίγουρο: υπάρχει το προηγούμενο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης για να μας θυμίζει τι γίνεται σε τέτοιες περιστάσεις...

Από τα Νέα 29/2/12

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικών Θεσμών και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Οι Γερμανοί ...ας έλθουν, είναι η μόνη μας ελπίδα!



Έγραφα πριν 2 ακριβώς χρόνια...

Διαβάζω και ακούω διαρκώς αυτές τις μέρες για την οικονομική κρίση. Εντάξει αυτήν την φορά τα πράγματα είναι αρκούντως κατανοητά. Έχουμε ένα επίπεδο ζωής, διάβαζε μέγεθος εξόδων, που δεν το τροφοδοτούμε με δικά μας έσοδα αλλά με λεφτά άλλων. Είτε χαριστικά, είτε δανεικά. Τα χαριστικά, διάβαζε επιδοτήσεις, τελείωσαν και έμειναν μόνο τα δανεικά. Και οι δανειστές φοβούνται …τα δανεικά και αγύριστα και μας λένε ότι δεν θα μας δώσουν άλλα, αν δεν νοικοκυρευτούμε. Ως εδώ καλά.

Έρχεται η νέα κυβέρνηση και δηλώνει σε όλα τα πλάτη και τα μήκη και σε όλους τους τόνους ότι οι δανειστές δεν έχουν λόγο να φοβούνται γιατί (έχει την ξεκάθαρη θέληση να) θα κάνει ότι χρειάζεται για το νοικοκύρεμά μας. Πλην όμως δεν πείθει κανένα ούτε από τους δανειστές, ούτε από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους. (Μεταξύ μας ούτε και εμένα…). Το ερώτημα που είχα είναι γιατί άραγε είμαστε άπιστοι; Καλά, εγώ από συνήθειο, οι δανειστές και οι ξένοι πολιτικοί τι ξέρουν και δεν πείθονται; Γιατί θεωρίες περί κερδοσκόπων και κακόβουλων οικονομικών αναλυτών είναι ιστορίες για ιθαγενείς (θα έλεγα για αγρίους…).

Σταδιακά όμως κατάλαβα τι τρέχει. Αν θυμάμαι καλά, τα τελευταία 20 χρόνια βρεθήκαμε άλλες δύο φορές σε ίδια θέση, υποτίθεται ότι πήραμε τα αναγκαία μέτρα, αλλά πριν φωνήσει ο αλέκτωρ τρις ήμασταν ξανά στην ίδια κατάσταση. Τώρα προφανώς οι ξένοι δεν έχουν διάθεση να υποστούν μια εκ νέου κοροϊδία, γιατί η δική μας σπατάλη έχει αρνητικές συνέπειες στο κοινό νόμισμα. Τι όμως φοβούνται οι δανειστές; Ότι η κυβέρνηση δεν έχει την διάθεση να κάνει αυτό που πρέπει; Δεν νομίζω. Αντιλαμβάνομαι ότι φοβούνται τον ελληνικό λαό και όχι την ελληνική κυβέρνηση!

Νομίζω ότι κατάλαβα τι φοβούνται, διαβάζοντας κάποιες ειδήσεις. Μέσα στο κλίμα των ημερών βγήκαν στην φόρα μερικά από τα απίστευτα προνόμια που απολαμβάνουν συγκεκριμένες ομάδες μέσα στην ελληνική κοινωνία. Προνόμια πέραν πάσης λογικής. Π.χ. ότι οι υπάλληλοι της Βουλής παίρνουν 16 μισθούς, τους δύο μάλιστα αφορολόγητους, αν και η Βουλή είναι κλειστή σχεδόν 5 μήνες τον χρόνο! Και μόνο που κυκλοφόρησε η φήμη ότι θα περικοπεί αυτό το προνόμιο εξέφρασαν την απόλυτη αποφασιστικότητά τους, να χύσουν το αίμα όλων των άλλων, προκειμένου να υπερασπιστούν τα …κεκτημένα τους!

Κάτι ανάλογο έκαναν και οι βουλευτές μας: είπαν ότι δεν μπορούν να περικόψουν τις αποδοχές τους, γιατί έτσι δεν θα μπορούν να κάνουν την δουλειά τους …αξιοπρεπώς. Βέβαια δεν έχουν δυσκολία να ψηφίσουν νόμους που θα περικόβουν τα εισοδήματα άλλων, να χύσουν το αίμα των άλλων προκειμένου να είναι αυτοί …αξιοπρεπείς. Μαθαίνω ότι και οι στρατιωτικοί θα συνεχίσουν να φοροδιαφεύγουν …νομίμως, η αυτοτελής φορολόγηση είναι χαριστική (από το κόμμα) φοροδιαφυγή. Αυτοί δεν χρειάστηκε να σηκώσουν καν απειλητικά το χέρι… Οι αγρότες λέει είναι έτοιμοι για την ετήσια κατάληψη των Τεμπών, δεν ξέρω αν τους χαλάει καθόλου η κατολίσθηση, και πάει λέγοντας.

Καταλαβαίνω λοιπόν ότι αυτό που ξέρουν οι άλλοι είναι το γεγονός ότι αντιλήφθηκαν την ποιότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ξέρουν ότι είμαστε μια κοινωνία κατακερματισμένη σε κλειστές κοινωνικές ομάδες που κάθε μια είναι έτοιμη να χύσει το αίμα όλων των άλλων προκειμένου να μην θιχθούν τα κεκτημένα της, στην κατάχρηση και τον αναίτιο πλουτισμό. Κάθε ένας που έχει σώας τας φρένας, έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι και αυτή η κυβέρνηση θα σπάσει τα μούτρα της μπροστά στην αγριάδα των κεκτημένων. (Ναι υπάρχουν και πραγματικά θύματα σε αυτήν την κοινωνία, γιατί οι πολλοί δεν θα μπορούσαν να έχουν αυτά τα κεκτημένα αν δεν υπήρχαν τα υποζύγια. Τα υποζύγια όμως υπάρχουν όχι γιατί το θέλουν, αλλά γιατί δεν μπορούν, και στις παρούσες συνθήκες, δεν μπορούν ακόμα περισσότερο…)

Η ελληνική κοινωνία είναι μια βαθιά κατακερματισμένη κοινωνία, όπου κάθε κομμάτι της έχει κάψει τις γέφυρες με τους γύρω της, δεν ξέρει παρά μονάχα τα δικά της. Και θυμήθηκα όσα έγραφα στον Πλανήτη της Θεολογίας για τον εκκλησιαστικό χώρο που και αυτός είναι εντελώς ανάλογα κατακερματισμένος. Εκεί εξηγούσα τις πολιτιστικές προϋποθέσεις αυτού του κατακερματισμού. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ευφυΐα για να αντιληφθεί κανείς το γεγονός ότι ανάλογες, πιθανόν και ακριβώς, οι ίδιες προϋποθέσεις οδηγούν στον γενικευμένο κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Έχω λοιπόν την άποψη ότι όσο η κουβέντα έχει αποκλειστικά τεχνοκρατικό χαρακτήρα, η ελληνική κοινωνία δεν έχει δυνατότητα αυτοδύναμης ανάταξης. Και έρχονται οι ξένοι για μια νέα κατοχή. Και τι ειρωνεία, φαντάζει αυτό να είναι η μόνη μας ελπίδα!