Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Άνθρωπος vs ζωή 0-1!


Καθώς διαβάζω διάφορα κείμενα αυτές τις μέρες, αλλά και παλιότερα, νοιώθω το αδιέξοδο. Όλοι εύχονται να προκύψουν, να φανούν νέες ιδέες για να μας κινητοποιήσουν, να βγούμε από την κρίση. Όλοι περιγράφουν την έλλειψή τους, αλλά κανείς δεν μπορεί να υποδείξει κάτι ρεαλιστικό. …Η πράσινη ανάπτυξη θυμίζει …πράσινα άλογα. Και εγώ αισθάνθηκα έντονα αυτό το αδιέξοδο. Στο τέλος όμως συνειδητοποίησα ότι είναι η ζωή αυτή που νικάει τον άνθρωπο, πάντα τον νικούσε αλλά τώρα δεν υπάρχει τρόπος να κρύψουμε αυτήν μας την ήττα.


Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζωντανό που δεν συμβιβάζεται με το γεγονός ότι είναι ένα …ζωντανό! Ένα ζωντανό κάτι που γεννιέται και πεθαίνει αγκομαχώντας μέσα σε ένα ατέρμονα κύκλο χαράς και λύπης, καταστροφής και δημιουργίας, αύξησης και μείωσης της εντροπίας. Όχι, με τίποτα δεν μπορεί να δεχθεί κάτι τέτοιο και έτσι πλάθει με την φαντασία του τους διάφορους …ισμούς με τους οποίους υπόσχεται στον εαυτό του μια λύτρωση, είτε ενδοκόσμια είτε υπερκόσμια, είτε σε αυτήν την ζωή είτε σε μια κάποια άλλη.

Για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι τόσο ανόητος ο άνθρωπος. Κάθε φορά με κάποιο …ισμό, φθάνει σε μια πηγή, πίνει για λίγο το ποθούμενο νερό, αλλά γρήγορα αυτό εξαφανίζεται! Πραγματικά κάποιος παίζει άσχημο παιχνίδι με τους ανθρώπους… Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Σήμερα πια κανένας …ισμός δεν είναι σε θέση να μας συγκινήσει, να κινητοποιήσει μαζικά τους ανθρώπους. Ο κάθε …ισμός έχει ένα κλειστό κύκλο οπαδών που διαρκώς βαίνει μειούμενος και σε κάθε περίπτωση δεν συγκινεί. Πραγματικά δεν υπάρχει ορατή διέξοδος από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ένα …ζωντανό! Η ζωή, σε αυτό τουλάχιστον το ημίχρονο μας νικά κατά κράτος. Θα υπάρξει άραγε άλλο ημίχρονο; Ποιος μπορεί να το ξέρει. Και να σας πω, αν αυτό το δεύτερο ημίχρονο αρχίσει μετά τον δικό μου (μας) θάνατο, δεν πολυέχει ενδιαφέρον.

Άραγε είναι τα πράγματα τόσο μαύρα; Προσωπικά λέω όχι, υπάρχει ακόμα και για μένα, που ίσως δεν προφθάσω την επανάκαμψη των …ισμών, φως. Και το φως δεν είναι άλλο από την ζωή. Αφού η ζωή με νίκησε και συνέτριψε όλους τους …ισμούς μου, δεν μου μένει παρά να παίξω το παιχνίδι της ζωής. Τι είναι το ζωντανό; Κάτι που διαρκώς απειλείται, κάτι που διαρκώς αναπροσαρμόζεται και επιβιώνει. Κάτι που διαρκώς ανασυγκροτείται και προσαρμόζεται δυναμικά στο περιβάλλον του.

Λοιπόν μέσα στο σκοτάδι που μας περιβάλλει δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο πέραν από το να ζήσουμε. Δηλαδή να ανασυγκροτηθούμε και να προσαρμοσθούμε δυναμικά σε αυτό. Τόσο σε προσωπικό, όσο και σε ευρύτερο επίπεδο. Σαν άτομα αλλά και σαν μέλη κοινοτήτων, οικογένεια, παρέα, ομαδοποιήσεις, ευρύτερη κοινωνία. Ναι, πολλές φορές βλέπουμε τον ουρανό με τ’ άστρα, αλλά δεν τα χάνουμε, ανασυγκροτούμαστε, περιοριζόμαστε ή επεκτεινόμαστε σε μια δυναμική και όχι παθητική σχέση με ότι μας περιβάλει. Δηλαδή ότι μπορούμε να αλλάξουμε το αλλάζουμε, ότι δεν μπορούμε το υπομένουμε παίρνοντας δύναμη από όπου μπορούμε. Χμ… εδώ επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε κάποιον …ισμό της αρεσκείας μας, αρκεί να μην τον πάρουμε και πολύ στα σοβαρά!

Να λοιπόν τι εύχομαι για το νέο έτος:

Ανασυγκρότηση και δυναμική προσαρμογή!

Καλή Χρονιά!!



Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Μέσα στο σκοτάδι λάμπει ο Ήλιος!


Το σκοτάδι μοιάζει να είναι …φανερό. Κρίση!

Και όμως δεν είναι και τόσο φανερό. Γράφονται τόσα και από τόσους σχετικά, που στο τέλος χάνεις τον λογαριασμό. Μπορώ να καταλάβω αρκετά την κρίση στην Ελλάδα, αλλά δεν υπάρχει κρίση μόνο στην Ελλάδα. Και επειδή κρίση μόνο στην Ελλάδα είναι αδιανόητη, μόνο αν καταλάβει κανείς και την γενικότερη κρίση μπορεί να ισχυρίζεται ότι κάτι καταλαβαίνει. Και μάλλον δεν υπάρχει κάποιος που να τα καταλαβαίνει όλα… Άρα το σκοτάδι είναι …σκοτεινό. Και αν το σκοτάδι είναι σκοτεινό, δεν μπορεί κανείς να φαντασθεί το τι θα μπορούσε να είναι ο Ήλιος!

Δεν μπορώ να καταλάβω την λεπτομέρεια, όμως έχω την αίσθηση ότι καταλαβαίνω την γενική εικόνα. Αισθάνομαι λοιπόν, το διαισθάνομαι και δεν το καταλαβαίνω λογικά, ότι ξεκίνησε η διαδικασία που θα καταλήξει στην δημιουργία μεγάλων υπέρ-κρατών. Είναι κάτι που το προανήγγειλαν αρκετοί από τα χρόνια που ήμουν νέος, αλλά αισθάνομαι ότι υλοποιείται με διαφορετικούς τρόπους τώρα. Είναι μια διαδικασία εξαιρετικά οδυνηρή γιατί κανένας μεγάλος ή μικρός λαός δεν θέλει να αφήσει την ανεξαρτησία του και να ενταχθεί σε ένα υπέρ-κράτος. Όμως δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστροφή.

Δεν είναι όμως μόνο η διάθεση για ανεξαρτησία, είναι και πλήθος άλλων αιτίων για αντίδραση, είτε ιδεοληπτική, είτε θρησκοληπτική, (αυτή θα πρωτοστατήσει στον τόπο μας), είναι τα διαφορετικά συμφέροντα, ακόμα είναι και η έλλειψη οραμάτων και προοπτικής. Όλα αυτά και άλλα πολλά που δεν γνωρίζω, θα κάνουν αυτήν την πορεία Γολγοθά για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Και ο Ήλιος που θα μας περιμένει στο τέλος θα είναι Ήλιος με δόντια. Δόντια που θα κατασπαράξουν πολλούς από εμάς. Πολλοί περισσότεροι όμως θα ζήσουμε και θα ξαναζεσταθούμε. Δεν ξέρω πως, ούτε με ποια σειρά, ούτε σε πόσο χρόνο, όμως θυμηθείτε με, εκεί θα καταλήξουμε.

Όλα όσα ξέραμε χάνονται, όμως εμείς θα μείνουμε και αυτό μας δείχνει τον δρόμο. Πέρα από τον αγώνα για την οικονομική επιβίωση, που στην πραγματικότητα ελάχιστα εξαρτάται πλέον από εμάς, (για τον λόγο αυτό υπάρχει εντυπωσιακό έλλειμμα αντίδρασης εκ μέρους των λαών) υπάρχει ο αγώνας για την προσωπική, υπαρξιακή επιβίωση. Ο αγώνας μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των ανακατατάξεων να διατηρηθεί η προσωπική μας υπόσταση αλώβητη και ακόμα να αναπτυχθεί έτι περισσότερο. Ένας αγώνας κατεξοχήν πνευματικός, όπως και να εννοεί την λέξη ο καθένας.

Είμαι πεπεισμένος ότι όσοι τον αγωνισθούν, αγωνισθούν να συνεχίσουν να αγαπούν, να νοιάζονται, να αναρωτιούνται: άραγε αυτό που σκέπτομαι ή κάνω είναι σωστό; να αναμοχλεύουν τα βάθη του εαυτού τους αναζητώντας καλύτερη ποιότητα ζωής, όλοι αυτοί, αν η μοίρα δεν τους αλέσει μέσα στα δόντια του ανατέλλοντος ηλίου, θα αποτελέσουν την μαγιά για τον νέο κύκλο του φωτός.

Ως γνωστό, το φως πάει παρέα με το σκότος!

Καλά Χριστούγεννα!

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Το τέλος της αθωότητας


Μέσα σε λίγες μέρες είδα τον κόσμο …ανάποδα!

Με το σχολείο πήγαμε εκδρομή στην Ρώμη. Ξεκίνησα με πολλή αφέλεια, αλλά γύρισα αλλιώς. Πρώτα ο καιρός. Πηγαίνοντας με το πλοίο συναντήσαμε 10 μποφόρ. Δεν με πιάνει η θάλασσα και έχω ταξιδέψει πολύ με πλοία και όμως κάποιες στιγμές ένοιωσα αισθήματα φόβου… Η εκδρομή δεν από οργανωτικής άποψης δεν πήγε καλά και τα διαρκή προβλήματα δημιούργησαν το απαραίτητο υπόβαθρο για την συνέχεια.

Στην επιστροφή μπήκαμε στο μεγάλο τούνελ των Απεννίνων με εξαιρετικό καιρό, αλλά λίγα λεπτά μετά, στην άλλη πλευρά ο καιρός ήταν δαιμονικός. Χιόνι αέρας και κρύο. Λέω, δεν μπορεί στην θάλασσα θα σιάξει. Και όμως η σφοδρή χιονόπτωση έφθασε μέχρι την θάλασσα. Διαρκή μποτιλιαρίσματα και με την ψυχή στο στόμα πλησιάζουμε την Αγκόνα. Εκεί η καταστροφή. Λίγα χιλιόμετρα από το λιμάνι τα πάντα είναι λευκά και ακινητοποιημένα. Μένουμε για ώρες στην μέση ενός αυτοκινητόδρομου κάνοντας αγωνιώδεις εκκλήσεις να μας περιμένει το πλοίο. Εις μάτην. Έτσι ξαφνικά αργά την νύχτα ψάχνουμε για ξενοδοχείο. Τέλος πάντων με τα πολλά περνά η νύχτα και την άλλη μέρα παίρνουμε το ίδιο πλοίο, που τελικά έφυγε πολύ αργότερα από την προηγούμενη μέρα αποδεικνύοντας ότι δεν μας περίμενε όχι γιατί δεν μπορούσε αλλά γιατί δεν ήθελε. Το χάσαμε εμείς για 20 λεπτά. Πέντε άλλα σχολεία έμειναν εκεί μαζί μας να περάσουν όπως όπως την νύχτα.

Την μέρα που μείναμε στην Αγκόνα διαβάζουμε στην εφημερίδα, τέτοιο χιόνι είχε να πέσει 40 χρόνια στην περιοχή. Αυτό καλά. Διαβάσαμε επίσης ότι εξεράγησαν βόμβες στην Ρώμη και έγιναν διαδηλώσεις με πολλούς τραυματίες, σε περιοχές που ακριβώς την προηγούμενη μέρα περνούσαμε εμείς. Και όταν έφθασα στην Αθήνα διαβάζω ότι έγιναν συμπλοκές μεταξύ μεταναστών στο λιμάνι της Πάτρας, λίγο αφότου φύγαμε εμείς. Τους είχα δει τους μετανάστες και είχα τρομάξει, σκεπτόμουν πως αντέχουν οι Πατρινοί αυτήν την κατάσταση…

Συνειδητοποίησα με τον πλέον έντονο και χειροπιαστό τρόπο το τέλος της εποχής της αθωότητας. Δεν τελείωσε απλώς η εποχή της ευημερίας. Η απόσταση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας μου φάνηκε ότι μίκρυνε αλλά όχι γιατί η Ελλάδα ανέβηκε προς την Ιταλία, αλλά ότι η Ιταλία κατέβηκε προς την Ελλάδα. Ένας Ιταλός καταστηματάρχης που κάναμε κουβέντα μου λέει: σε όλη την Ευρώπη η κρίση το ίδιο είναι… Χάθηκε και το αίσθημα της ασφάλειας. Δεν είναι οι πορτοφολάδες. Είναι ο καιρός και η κοινωνική βία, είναι το απρόβλεπτο και η αδυναμία του συστήματος να ανταπεξέλθει στην βίαιη εισβολή ανθρώπων και φύσης.

Θυμάμαι την Μπέλ Επόκ, την Ωραία Εποχή, την περίοδο των αρχών του εικοστού αιώνα που τέλειωσε με την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου. Και η δική μας ωραία εποχή τελειώνει με έκρηξη πολέμων, πολέμων όμως αφανών, παράδοξων, ασύμμετρων (οι αγγλοσάξωνες είναι καλά …βαπτιστήρια). Το τρομακτικό με αυτούς τους πόλεμους είναι το γεγονός ότι δεν μας συσπειρώνουν αλλά μας διασπούν. Δεν πλήττονται όλοι το ίδιο και έτσι δοκιμάζουν τρομακτικά την συνοχή και των κοινωνιών και ανθρώπινων σχέσεων…

Το ζούμε και με τις απεργίες, αλλά πιστεύω ότι αυτό που έρχεται θα είναι πολύ τρομακτικότερο. Ο καιρός και οι μετανάστες αναδεικνύουν πολύ πιο έντονα τις πάσης φύσεως διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Όχι μόνο τις οικονομικές αλλά και τις διανοητικές και τις ψυχολογικές.

Τίποτα δεν είναι ίδιο με την εποχή που πέρασα για πρώτη φορά από την Ιταλία. Πρέπει και εμείς να αλλάξουμε αν πρόκειται να επιβιώσουμε. Προφανώς δεν θα επιβιώσουν όλοι, ίσως μάλιστα να το πετύχουν ελάχιστοι. Αυτοί θα είναι όσοι έχουν δουλέψει τον εσωτερικό τους κόσμο, που οι ίδιοι και οι σχέσεις τους θα αντέξουν την πλημμυρίδα.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Η θεά Τύχη και η ανθρωπιά


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια η …θεά Τύχη με ευνόησε πολύ. Πέτυχα πράγματα τα οποία ήταν απίθανο να πετύχει κάποιος χωρίς την σκανδαλώδη εύνοια της θεάς. Το τελευταίο χρόνο ακόμα περισσότερο. Η …θεά Τύχη με έκανε ευτυχή!

Και όμως ακόμα και η θεά Τύχη δεν τα καταφέρνει καλύτερα από τον θεό του χριστιανισμού ή των άλλων θρησκειών. Γιατί κάνει και αυτή διακρίσεις. Σε άλλους χαρίζει απλόχερα την εύνοιά της και σε άλλους την …απέχθειά της!

Πως μπορεί να είναι κανείς ευτυχής εν μέσω γενικευμένης δυστυχίας; Πολύ εύκολα. Δημιουργεί μια φούσκα, ένα πομφόλυγα, κλείνεται μέσα σε αυτόν και απομακρύνει την δυστυχία των άλλων από την δική του ευτυχία. Υπάρχουν πολλές τέτοιες …φούσκες. Μπορεί να είναι μια ψηλή μάντρα με κάμερες και ηλεκτρικά καλώδια και συστήματα ασφαλείας που απομακρύνουν τους ανεπιθύμητους, είτε μπορεί να είναι διαφόρου τύπου ιδεολογήματα, π.χ. κάτι ξέρει ο Θεός ή η Τύχη και απεχθάνεται τους …δυστυχείς. Συνήθως τα ιδεολογήματα συνοδεύονται με επεξηγήσεις του γιατί κάποιος είναι μέσα από την φούσκα και κάποιος είναι έξω από αυτήν.

Πολλές φορές, τις πιο πολλές, το ιδεολόγημα εξηγεί, στα κρυφά, γιατί ο ιδεολόγος δεν έχει την …θεία εύνοια, έτσι ώστε να είναι ανοικτή μια τέτοια πιθανότητα. Που θα πάει, πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι…

Άλλοτε πάλι, …μια συνάδελφος μετά το πέρας των μαθημάτων με βλέπει προβληματισμένο και μου λέει, εσύ που είσαι ευτυχής δεν πρέπει να στενοχωριέσαι εδώ. Δεν το συζήτησα να δω τι εννοεί, αλλά μάλλον εννοούσε ότι ένας ευτυχής δεν πρέπει να στενοχωριέται με αυτά που γίνονται γύρω του.

Είσαι ευτυχής; με ρωτάει η σύντροφός μου. Μαζί της είμαι τόσο ευτυχής όσο δεν μπορούσα ποτέ να ελπίσω. Πλην όμως δεν θέλω ούτε δευτερόλεπτο να χάσω την ανθρωπιά μου, να πάψω να αισθάνομαι τον συνάνθρωπό μου, δεν θέλω ούτε μια στιγμή να πάψω να αισθάνομαι θλίψη και πόνο για την θλίψη και τον πόνο που υπάρχει τόσο άφθονα γύρω μου.

Είμαι πια αρκετά μεγάλος και αρκετά έμπειρος για να ξέρω ότι δεν μπορώ να απαλλάξω τους συνανθρώπους μου από τα προβλήματά τους. Τι μπορώ άραγε να κάνω;

Να αποδεχθώ το γεγονός ότι είμαι άνθρωπος και η ανθρώπινη μοίρα δεν εμπεριέχει την ευτυχία ως μόνιμη κατάσταση. Στην συνέχεια να είμαι βαθύτατα ευγνώμων για τη ευτυχία που μου δωρίζεται, όση και να είναι αυτή. Και να μην μεθάω μέσα σε αυτήν, δωρίζοντας ένα κομμάτι της και σε αυτούς που δεν την έχουν…

Θα μου πείτε, λόγια. Και όμως δεν είναι λόγια, ή αν θέλετε και τα λόγια έχουν μυστική δύναμη και χαρίζουν αυτό που μπορεί να αποκτήσει ένας θνητός. Μια βαθιά αρμονική σχέση με τον εαυτό του, το ανθρώπινο και το φυσικό του περιβάλλον. Ναι συμπεριλαμβάνω και το φυσικό περιβάλλον, αλλά όχι τόσο τους …πάγους της Ανταρκτικής όσο τα αντικείμενα που με περιβάλλουν στην καθημερινότητά μου!

Ναι μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχής. Πάντα υπήρξα ευτυχής. Όχι με τον χολιγουντιανό τρόπο, αλλά με τον τρόπο που διδάσκει η σοφία της ανατολής, με τον τρόπο της χαρμολύπης.

Αποδέχομαι το ότι είμαι άνθρωπος, ακόμα και αν και κανείς δεν με ρώτησε γιαυτό…



Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Τα μιμίδια των Ελλήνων

Πολλές φορές έχω αναφερθεί στην (κακή) επίδραση της ορθόδοξης παράδοσης στην σύγχρονη πραγματικότητα και στην συμβολή της στο τωρινό αδιέξοδο. Στο κέιμενο που ακολουθεί εξηγώ αρκετά αναλυτικά το τι ακριβώς εννοώ και επίσης παρουσιάζω μια πρώτη επιχειρηματολογία. Γράφτηκε για λογαριασμό του περιοδικού Ηνιοχείν στο δεύτερο τεύχος του, όπου υπάρχει εκδομένο.
Είναι ένα κείμενο πολύ μεγαλύτερο από αυτά που γράφω εδώ αλλά έκρινα ότι δεν μπορούσα να το κόψω. Όποιος έχει ενδιαφέρον και κουράγια ας το διαβάσει.

Εκεί που θεωρούσαμε ότι είμαστε μια προνομιούχα γενιά, μια γενιά που δεν θα δει πόλεμο, πρώτη στην ιστορία του τόπου μας, μας προέκυψε η κρίση. Ένας ιδιότυπος πόλεμος στον οποίο όμως, και ευτυχώς, δεν πεθαίνει κανείς. Πλην όμως οι συνέπειες και οι αλλαγές που επιφέρει η κρίση μόνο με αυτές ενός πολέμου μπορούν να συγκριθούν. Όπως λοιπόν και ο πόλεμος έτσι και η παρούσα κρίση θα επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην κοινωνία μας. Με αυτήν την έννοια είναι μια τεράστια ευκαιρία για όλους εμάς που αυτήν την στιγμή παρακολουθούμε με ανησυχία, οργή και φόβο τα τεκταινόμενα.


Για να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία πρέπει, μεταξύ ενδεχομένως και αρκετών άλλων, να μπορέσουμε να αναδιφήσουμε στις αιτίες της κρίσης έτσι ώστε να επιφέρουμε τις αναγκαίες διορθωτικές αλλαγές. Σε αυτό όλοι συμφωνούν και διαρκώς γράφονται άρθρα και άλλα κείμενα στα οποία συζητούνται οι αιτίες της κρίσης. Λέγονται πολλά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και μπορεί κανείς να διακρίνει μια σημαντική σύμπτωση απόψεων. Πλην όμως μια πιο προσεκτική ματιά φανερώνει ότι η σύμπτωση περιορίζεται στην περιγραφή του φαινομένου και όχι σε μια ουσιαστική αιτιολόγησή του.

Όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μιλούν για την προβληματική συγκρότηση του ελληνικού κράτους, για τις πελατειακές σχέσεις, για την μειωμένη παραγωγικότητα, για την υποβαθμισμένη παιδεία, για τον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας σε τάξεις που δεν διστάζουν να κανιβαλίσουν η μία την άλλη, για το βόλεμα, τον νεοπλουτισμό, την απάτη και τις εύκολες λύσεις, την φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι όσοι μιλούν για τα θέματα αυτά, μιλούν σαν να αναφέρονται στις αιτίες της κρίσης, στις αιτίες που οδήγησαν την χώρα μας να γίνει ο αδύνατος κρίκος της ευρωζώνης και στην καταβαράθρωση των οικονομικών προοπτικών μας.

Όμως όλα αυτά δεν είναι αιτίες αλλά περιγραφές. Το να μιλούμε π.χ. για τις πελατειακές σχέσεις ως μια από τις αιτίες της κρίσης, δεν συνεπάγεται ότι κατανοούμε την αιτία της κρίσης, απλά μεταθέτουμε το πρόβλημα κατά ένα επίπεδο. Θα έχουμε μπει στην ουσία του θέματος αν μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες και ενδεχομένως ιστορικά αρχαιότερες αιτίες ένεκα των οποίων οι πελατειακές σχέσεις είναι χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα προαναφερθέντα, που λογίζονται ως αιτίες της κρίσης. Θα φθάσουμε στα αίτια μόνο αν μπορέσουμε να φέρουμε στο φως τις αφετηρίες των γεγονότων που εντέλει καθιστούν όλα αυτά, κυρίαρχα χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας.

Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η εξήγηση του ότι, όπως λέει η παροιμία, μικρός ήμουν και γέρασα και συνέχεια ακούω για τα ίδια πράγματα, βρίσκεται η εξήγηση γιατί όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις μας υπόσχονται ότι θα διορθώσουν αυτά τα οποία τώρα μας αναγκάζουν να διορθώσουμε οι ξένοι, και όλοι οι πρωθυπουργοί τα εξήγγειλαν πολλές φορές κατά την θητεία τους, και όμως αντ΄ αυτού πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο. Το να ονοματίζεις τα πράγματα είναι καλό για να τα εξορκίσεις, αλλά δεν βοηθά από μόνο του στο να λυθούν τα προβλήματα.

Το ερώτημα λοιπόν που θέλω να θέσω είναι για ποιον λόγο η κοινωνία μας έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μάλιστα διαχρονικά, από την απαρχή του ελληνικού κράτους. Μια απάντηση που λέγεται εύκολα και με ποικίλους τρόπους είναι ότι οι Έλληνες έτσι είμαστε. Ή το ισοδύναμο, αυτή είναι η ελληνική κοινωνία. Και πράγματι όσον αφορά την περιγραφή έτσι είμαστε οι Έλληνες και η κοινωνία μας. Γιατί άραγε; Μήπως φταίνε τα γονίδιά μας; Πολλά λέγονται ωσάν πράγματι να φταίνε τα γονίδιά μας, ωσάν αυτό που συμβαίνει να έχει νομοτελειακό χαρακτήρα.

Βέβαια δεν θα κουρασθώ για να αποδείξω ότι δεν φταίνε τα γονίδιά μας, το κάνουν άλλοι που ερευνούν την σχέση των γονιδίων με την συμπεριφορά και μας λένε ότι δεν υπάρχει δεσμευτική εξάρτηση της συμπεριφοράς μας από τα γονίδιά μας. Κάνω όμως και μια άλλη απλή σκέψη που μου λέει ότι δεν φταίνε τα ελληνικά γονίδια. Παρατηρώ δηλαδή ότι και σε άλλους λαούς και άλλες κοινωνίες που, χωρίς αμφιβολία, δεν έχουν ελληνικά γονίδια, εμφανίζονται τα ίδια φαινόμενα και τα ίδια προβλήματα. Σύμφωνοι λοιπόν, δεν είναι τα γονίδια, αλλά τότε τι είναι; Γιατί χρειαζόμαστε επειγόντως μια εξήγηση, πρέπει να προχωρήσει η σκέψη και ο προβληματισμός μας ένα βήμα παραπέρα.

Νομίζω ότι υπάρχει ένα εργαλείο το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να διερευνήσουμε εις βάθος τα αίτια της κρίσης. Αν δεν μπορούμε να τα αναζητήσουμε στο επίπεδο της βιολογίας είναι εύλογο να τα αναζητήσουμε στον χώρο του πολιτισμού. Στην κατεύθυνση αυτή νομίζω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του μιμιδίου, μια έννοια που εισήχθη από τον εξελικτικό βιολόγο Richard Dawkins, κατά αναλογία της εννοίας του γονιδίου στο πολύ γνωστό βιβλίο του Το εγωιστικό Γονίδιο . Το μιμίδιο χρησιμεύει ως εργαλείο περιγραφής και εξήγησης του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται ο πολιτισμός και οι ιδέες .

Σύμφωνα λοιπόν με αυτό το σχήμα, υπάρχουν συμπαγείς ομάδες πληροφοριών, ιδέες, αντιλήψεις, πιστεύω, προλήψεις και ότι άλλο συνθέτει τον ανθρώπινο πολιτισμό, οι οποίες έχουν δική τους ανεξάρτητη ζωή και οι οποίες “αγωνίζονται” για να αναπαραχθούν, να επιβιώσουν και να κυριαρχήσουν στους ανθρώπινους πολιτισμούς. Τα μιμίδια διαδίδονται μέσω του λόγου στον νου των ανθρώπων και επηρεάζουν άμεσα την συμπεριφορά τους. Η ιδέα αυτή είναι ιδιαίτερα γοητευτική και συνιστά ένα ισχυρό ερμηνευτικό εργαλείο για πολλά κοινωνικά και πολιτιστικά φαινόμενα, και για τον λόγο αυτό έχει ενθέρμους υποστηρικτές στην επιστημονική κοινότητα. Αντανακλώντας μια γενικότερη τάση να επεκτείνεται η χρήση στοιχείων της εξελικτικής βιολογίας σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, και τα μιμίδια εφοδιάζονται με εξελικτικά χαρακτηριστικά προκαλώντας βέβαια και αντίστοιχες επιστημονικές διαμάχες και εντάσσεις.

Αν και δεν είναι εύκολο να έχει κανείς σαφή άποψη και θέση για τις διαμάχες αυτές, ωστόσο μπορεί να κρατήσει αυτήν καθεαυτή την έννοια του μιμιδίου, όχι αναγκαστικά με τον οντολογικό χαρακτήρα της αλλά με τον ερμηνευτικό περιγραφικό χαρακτήρα, την ιδέα δηλαδή ότι συγκεκριμένα δομημένα πολιτιστικά στοιχεία κυκλοφορούν στο νου μας και μας επηρεάζουν στην καθημερινότητά μας με τρόπο όχι άμεσα αισθητό. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι βεβαίως και τα γονίδια των ελλήνων δεν σχετίζονται με την σύγχρονη κρίση, και επίσης μπορούμε να πούμε ότι, βεβαίως, τα μιμίδια των ελλήνων σχετίζονται άμεσα, αν δεν ευθύνονται απολύτως για την κρίση.

Ποια όμως είναι αυτά τα μιμίδια των Ελλήνων τα οποία ευθύνονται για την κρίση; Αυτά είναι στοιχεία της πολιτιστικής μας παράδοσης τα οποία κυκλοφορούν μέσα μας και καθορίζουν τις συμπεριφορές μας, τις συμπεριφορές που όλοι αναγνωρίζουν ως αιτίες της κρίσης. Θα έχουμε λοιπόν φθάσει στην πηγή των προβλημάτων μας όταν μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τα μιμίδια αυτά, και θα έχουμε σοβαρές πιθανότητες ξεπεράσματος της κρίσης όταν θα μπορέσουμε να τα “απενεργοποιήσουμε” με τις κατάλληλες διαδικασίες και μεθόδους. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η “ανακάλυψη” και “εξουδετέρωση” των εν λόγω μιμιδίων αποτελεί όρο ζωής της κοινωνίας και της πατρίδας μας.

Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι αναζητούμε μιμίδια τα οποία μας έρχονται από το μακρινό παρελθόν γιατί είναι ευκολοδιάκριτο το γεγονός ότι οι απαρχές της κρίσης είναι τόσο παλιές όσο και το ελληνικό κράτος. Εφόσον τα μιμίδια δρουν ήδη από τις απαρχές του κράτους μας, αυτό συνεπάγεται ότι αναπτύχθηκαν και διαδόθηκαν στον ελληνικό πληθυσμό πολύ πριν ιδρυθεί αυτό και επομένως τουλάχιστον κάποια από τα μιμίδια τα ένοχα για την κρίση προέρχονται από ελληνική μεσαιωνική παράδοση. Όπως κάθε άλλη πολιτιστική παράδοση έτσι και αυτή αποτελείται από ένα σύνολο μιμιδίων.

Η χρήση της εννοίας του μιμιδίου μας επιτρέπει να καταλάβουμε το γεγονός ότι στοιχεία της παράδοσης μπορούν να επιβιώνουν ανεξάρτητα και έξω από αυτήν. Με άλλα λόγια αντιλήψεις, απόψεις και ιδέες που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια μιας παράδοσης μπορούν να επιβιώνουν και έξω από αυτή, ακόμα και όταν αυτή σαν συγκροτημένο σύνολο έχει πάψει να υπάρχει. Θα έλεγε κανείς ότι τότε ακριβώς είναι πιο ενεργά γιατί τότε δεν γίνονται αντιληπτά και με αυτήν την έννοια γίνονται και πλέον επικίνδυνα. Και αυτό γιατί αν ένα σύνολο ιδεών, ένα δηλαδή μιμίδιο, μεταδοθεί και φθάσει μέχρις εμάς, έξω και ανεξάρτητα από το πλαίσιο το οποίο το γέννησε, τότε μπορεί να συνιστά δηλητήριο το οποίο πρέπει να εξουδετερωθεί άμεσα.

Χρησιμοποιώντας την έννοια του μιμιδίου ως ερμηνευτικό και περιγραφικό εργαλείο μας δίνεται η δυνατότητα να εστιάσουμε σε συγκεκριμένα στοιχεία του πολιτιστικού παρελθόντος μας και να τα κρίνουμε και ενδεχομένως να τα απορρίψουμε, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να κρίνουμε και να απορρίψουμε συνολικά το πολιτιστικό παρελθόν μας που τρόπον τινά συγκροτεί την ταυτότητά μας. Με άλλα λόγια μπορούμε να εργασθούμε για την εξυγίανση και εκσυγχρονισμό της ταυτότητάς μας, χωρίς να χρειάζεται να απαρνηθούμε συνολικά το παρελθόν μας, κάτι που θα ήταν άδικο και ατελέσφορο.

Σήμερα η ελληνική μεσαιωνική παράδοση σαν ενεργό συστατικό της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, όμως συστατικά της μιμίδια μπορούν κάλλιστα να επιβιώνουν και να προσδιορίζουν την σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και, καθώς συνιστούν πολιτιστικά στοιχεία ενός παρελθόντος που είναι ασύμβατο με το σύγχρονο παρόν, να δρουν ως ιοί, ως μικρόβια που αρρωσταίνουν την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει μια τάση η οποία μας αποτρέπει από το να ανιχνεύουμε αυτά τα κατάλοιπα του παρελθόντος τα οποία δηλητηριάζουν το παρόν. Και αυτό γιατί καταφεύγουμε στο ένδοξο παρελθόν προκειμένου να αντισταθμίσουμε τις αποτυχίες του παρόντος. Έτσι είμαστε μια κοινωνία που έχει ελάχιστη διάθεση να δει κριτικά το παρελθόν το οποίο σε όλες τις εκδοχές του ιεροποιείται και καθαγιάζεται. Αυτό συνιστά καθοριστικό εμπόδιο στο να αναζητήσουμε, να βρούμε και να απενεργοποιήσουμε τα μιμίδια τα οποία μας δηλητηριάζουν. Έτσι εξηγείται γιατί η αναζήτηση των αιτίων της κρίσης σταματά πολύ κοντά στην επιφάνεια, και αποφεύγει τα οδυνηρά ζητήματα που μας θέτει το παρελθόν.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση πρέπει να υπάρχουν πολλά μιμίδια τα οποία να συνιστούν τις ρίζες της σύγχρονης κρίσης. Πραγματικά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον έργο το να θελήσει κανείς να τα αναζητήσει, να τα αναδείξει και να προτείνει τρόπους απενεργοποίησής τους. Είναι ένα έργο το οποίο απαιτεί συστηματική και εκτεταμένη μελέτη της πολιτιστικής μας παράδοσης. Εκ προοιμίου μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι πολλά τέτοια μιμίδια κρύβονται στην ορθόδοξη θεολογική παράδοση και διδασκαλία, μια και αυτή αποτελεί ένα από τους κυριότερους, αν όχι ο κυριότερος, πυλώνας της ελληνικής πολιτιστικής μεσαιωνικής παράδοσης.

Στην συνέχεια θα εξετάσω ένα τέτοιο μιμίδιο και θα συζητήσω τους τρόπους με τους οποίους δηλητηριάζει το παρόν μας και με ποιες διαδικασίες ευθύνεται για συγκεκριμένα προβλήματα της κοινωνίας μας. Συγκεκριμένα θα συζητήσω τον κεντρικό πυρήνα της Ορθοδοξίας, όπως αυτός διαμορφώθηκε στο μεσαιωνικό ελληνικό παρελθόν. Και αυτός δεν είναι άλλος από την αντίληψη ότι η εκκλησία της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι αυτή και μόνο αυτή που έχει την ορθή δόξα περί της θεότητας, η ιδέα ότι αυτή γνωρίζει την μοναδική αλήθεια για τον Θεό. Πρόκειται για ένα μιμίδιο που υποβάλει στο υποκείμενο που το φέρει την ιδέα ότι μπορεί αυτός να γνωρίζει την Αλήθεια με ένα μοναδικό τρόπο, έτσι ώστε όλοι οι άλλοι να κάνουν λάθος, και ας το ονομάσουμε το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας. Προφανώς όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί και όλες οι παραδόσεις έχουν τέτοιες τάσεις, όμως στην Ορθόδοξη παράδοση αυτή η πίστη συνιστά την ίδια την ουσία της και είναι κατοχυρωμένη με διάφορους θεολογικούς τρόπους. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδο είχαν αυτόν τον στόχο.

Πρέπει να επισημανθεί και να τονισθεί ότι στις μέρες πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι θα ήθελαν να αρνηθούν το γεγονός ότι αυτό το μιμίδιο συνιστά την ουσία της πίστης τους. Βέβαια αν κανείς εξετάσει τα πράγματα εκ του σύνεγγυς δεν θα δυσκολευθεί να διαπιστώσει την προσχηματικότητα αυτής της άρνησης, όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Και αυτό γιατί οι εν λόγω αντιλήψεις επηρεάζουν ελάχιστο τμήμα του πληθυσμού και δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία το τι πρεσβεύουν σήμερα οι θεολόγοι. Αντιθέτως δεν νομίζω ότι θα τολμούσε κανείς να διαφωνήσει στο ότι κατά τον μεσαίωνα και την περίοδο της τουρκοκρατίας το μιμίδιο αυτό συνιστούσε τον πυρήνα της Ορθοδοξίας και επομένως ήταν κεντρικό συστατικό της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης. Τότε όμως τις αντιλήψεις αυτές τις ασπαζόταν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού και επομένως το μιμίδιο αυτό κυριαρχούσε στον ελληνικό πληθυσμό και βέβαια έκανες ότι μπορούσε για να επιβιώσει…

Η χρήση της εννοίας του μιμιδίου μας απαλλάσσει από την ανάγκη να συζητήσουμε την ουσία του θέματος, αν πράγματι μπορεί μια τέτοια αντίληψη να ευσταθεί ή όχι. Αυτή η συζήτηση έχει ενδιαφέρον μόνο για όσους τα θεολογικά ερωτήματα είναι κρίσιμα ερωτήματα. Άσχετα λοιπόν από το υπόλοιπο θεολογικό πλαίσιο το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας είναι αρκετά ευδιάκριτο ότι επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Πράγματι η ιδέα ότι αυτός ξέρει την μόνη αλήθεια …για όλα, είναι ένα ευδιάκριτο στοιχείο της συμπεριφοράς του σύγχρονου έλληνα, ιδέα που εκβάλει φυσιολογικά στην ιδέα της μοναδικότητας, το ότι δηλαδή ο καθένας μας είναι ο μόνος και μοναδικός γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το σύμπαν.

Στην διαπίστωση αυτή εύκολα κανείς καταλήγει απλά παρατηρώντας την συμπεριφορά των συμπολιτών μας και συχνά πυκνά όλοι μας την στηλιτεύουμε. Παρόλα αυτά η κατάσταση παραμένει η αυτή, κάτι που θα πρέπει να μας οδηγεί στην ιδέα ότι μάλλον δεν ανιχνεύουμε σωστά την αιτία του κακού. Η ιδέα του μιμιδίου μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα το θέμα. Το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας έχει σαφώς θρησκευτική και θεολογική αφετηρία, πλην όμως είναι ξεκάθαρο ότι τώρα αυτονομείται από το θρησκευτικό και θεολογικό πλαίσιο. Όταν βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον δεν χρειάζεται να κάνει πολλά για να επιβιώσει. Την φροντίδα αυτή την αναλαμβάνει η θρησκεία και η θεολογία της.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην περίπτωση κατά την οποία το φυσικό του περιβάλλον αποσυντίθεται, οπότε δεν μπορεί να τραφεί εκ του φυσικού. Δεν υπάρχει πλέον μια παντοδύναμη Εκκλησία με την θεολογία της για να του εξασφαλίζει τα προς το ζην! Τότε για να επιζήσει πρέπει να “λάβει” έκτακτα μέτρα. Πρέπει να κάνει τους ανθρώπους τους οποίους επηρεάζει ανίκανους να αντιληφθούν την δική του αδυναμία. Επειδή θα ήταν εντελώς ασύμφορο και επομένως αδύνατο να καταστρέψει την ικανότητα σκέψης τους και την δυνατότητα όρασης και κατανόησης, τουλάχιστον στον χώρο της ελληνικής παράδοσης ακολούθησε άλλη τακτική. Εκπαίδευσε τους ανθρώπους στο να αποδέχονται τον διαχωρισμό των λόγων από τα έργα, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι εύκολα να ζουν ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, ένα αυτόν της φαντασίας, όπου το εν λόγω μιμίδιο ζει και βασιλεύει και το άλλο, αυτόν της πεζής πραγματικότητας όπου ο άνθρωπος ζει την διάψευση της πίστης του, αλλά όμως δεν την χάνει !

Έτσι βλέπουμε ότι το εν λόγω μιμίδιο επιζεί γιατί στην πραγματικότητα έχει απενεργοποιήσει ένα άλλο μιμίδιο, το μιμίδιο του αληθεύειν. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει γιατί μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας η οποία στηλιτεύεται διαρκώς και διαχρονικά, παρόλα αυτά παραμένει ακμαία και νεάζουσα και συνεχίζει να υπονομεύει τις όποιες προσπάθειές μας να προσαρμοσθούμε με επιτυχία στην σύγχρονη πραγματικότητα. Για να επιζήσει το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας, δεν έχει παρά να απενεργοποιεί το μιμίδιο του αληθεύειν. Στην πραγματικότητα μόνο αν ενεργοποιήσουμε ξανά το μιμίδιο του αληθεύειν θα μπορέσουμε να πάψουμε να ζούμε την δική μας αλήθεια σαν την μοναδική στον κόσμο, θα εξουδετερώσουμε το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας. Επειδή όμως όλα αυτά είναι αλληλένδετα ισχύει και το ακριβώς αντίστροφο.

Ο άνθρωπος ή η ανθρώπινη ομάδα στην οποία δρα το μιμίδιο της κατοχής της Αλήθειας και ταυτόχρονα έχει απενεργοποιημένο το μιμίδιο του αληθεύειν είναι φυσικό και αναμενόμενο να εμφανίζει ιδιότυπη εγωπάθεια και μια διαρκή διαφοροποίηση ανάμεσα στα λόγια και τα έργα που τελικά εκβάλουν σε συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές κατακερματισμού της κοινωνίας και μεγιστοποίηση της ανευθυνότητας και της ολοκληρωτικής αποφυγής της πάσης φύσεως ουσιαστικής αξιολόγησης. Το ψέμα και το φαίνεσθαι είναι οι κυρίαρχες συμπεριφορές που θεωρούνται αυτονόητα θεμιτές αρκεί να εξυπηρετούν τα συμφέροντά των ομάδων. Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούνται σε όλες τις κοινωνίες, σε κοινωνίες όμως που κυριαρχούν τα εν λόγω μιμίδια είναι και κοινωνικά αποδεκτές και για τον λόγο αυτό εξαιρετικά μαζικές.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι το πρόβλημα της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας είναι, για την ελληνική κοινωνία, πρώτιστα θέμα πολιτιστικό καθώς η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης έχει ως πρώτο θύμα την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα και η αντιμετώπισή του θα πρέπει να εστιαστεί πρωτίστως σε αυτά τα επίπεδα και σε δεύτερο χρόνο να χρησιμοποιηθούν τα κλασσικά οικονομικά εργαλεία. Όπως αποδεικνύεται στην πράξη, αυτά τα δεύτερα διαρκώς αποτυγχάνουν, στην ελληνική πραγματικότητα, όχι γιατί υπάρχει πρόβλημα γονιδίων, αλλά πρόβλημα μιμιδίων, και επομένως αυτή η ίδια η ζωή μας δείχνει τι πρέπει να κάνουμε. Ένα πολιτιστικό πρόβλημα καθώς έχει έντονα ψυχολογικό χαρακτήρα, παίρνει τον δρόμο της επίλυσής του όταν έρχεται στο φως της συνειδητότητας.

Είναι λοιπόν καθήκον των διανοουμένων να αναδείξουν, να συζητήσουν και επανατοποθετήσουν το πρόβλημα της σχέσης των έργων και των λόγων, το πρόβλημα του αληθεύειν σε νέες βάσεις, να διακρίνουν ποιες ιδέες και ποιες αντιλήψεις που έχουν καλλιεργηθεί και κυριαρχήσει στην ελληνική κοινωνία, τόσο του μεσαίωνα, όσο και την σύγχρονη, μας έχουν καταστήσει επιρρεπείς στο να ανεχόμαστε το ψέμα στην ζωή μας. Αν η θερμοκοιτίδα που εξέθρεψε το εν λόγω μιμίδιο ήταν η εκκλησιαστική θεολογία, θα πρέπει να δούμε τις επιβιώσεις της σήμερα και κυρίως τις μεταλλαγές της, έτσι ώστε να ακυρώσουμε τις αρνητικές της δράσεις, αλλά και να καλλιεργήσουμε αυτές τις στάσεις ζωής που μας καθιστούν συνεπείς και υπεύθυνους, τίμιους απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους.

Στα παραπάνω ουσιαστικά περιγράφω μια μέθοδο, μια διαδικασία η οποία πρέπει να επαναληφθεί και για όσα άλλα μιμίδια μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι κρύβονται πίσω από την νεοελληνική καχεξία, να δούμε τις αλληλεπιδράσεις τους και τις συνέπειές τους και εν τέλει να προσπαθήσουμε να τα αντιμετωπίσουμε με τους κατάλληλους τρόπους. Τέτοια μιμίδια έχουν εκτραφεί σε αφθονία στο θρησκευτικό αλλά και στο ιστορικό παρελθόν μας και καταφέρνουν να επιβιώνουν χάρη στην αγιοποίηση του παρελθόντος. Δεν θα μας αφήσουν εύκολα να τα απενεργοποιήσουμε, ο αγώνας για την επιβίωσή τους είναι άλλωστε το δομικό συστατικό τους, αλλά μοιάζει να είναι η αναγκαία και ενδεχομένως μοιραία μάχη για την επιβίωση του σύγχρονου ελληνισμού.

1. Richard Dawkins, Το εγωιστικό Γονίδιο, Κάτοπτρο 1976, σελ. 356 κ.ε.


2. Πολύ κατατοπιστικό είναι το σχετικό άρθρο στο λήμμα memes της Wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Memes όπου μπορεί να δει κανείς και την σχετική συζήτηση που προκαλεί η ιδέα του μιμιδίου στην επιστημονική κοινότητα.

3. Αυτήν την εργασία του εν λόγω μιμιδίου περιγράφω εκτενώς στο βιβλίο μου Ο Πλανήτης της Θεολογίας, σελ. 151 κ.ε.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Παραμονή 17 Νοέμβρη


Παραμονή της 17ης Νοέμβρη χρειάσθηκε να πάω στο Περιστέρι. Στον δρόμο άκουγα τρίτο πρόγραμμα βαριεστημένα. Και ξαφνικά, μετά από κομμάτια μεσαιωνικής μουσικής, έπεσε ένα κομμάτι βυζαντινής μουσικής. Το εκτελούσε μια χορωδία και είχε εξαιρετικό άκουσμα. Πραγματικά καθηλώθηκα. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, αλλά σχεδόν αμέσως το άκουσμα φωτίσθηκε από έντονο φως! Έφθασα σε μια συνειδητοποίηση που με καθήλωσε, σχεδόν σταμάτησα να οδηγώ μέχρι να τελειώσει η μουσική.

Αυτό που είδα ήταν η φυλακισμένη ζωή. Η μελωδία ήταν άκαμπτα στυλιζαρισμένη, ασφυκτικά πλαισιωμένη από το ισοκράτημα, αλλά ταυτόχρονα όλο σκέρτσο και περίτεχνες φιγούρες. Η ζωή μέσα στα κάγκελα της ορθόδοξης θρησκείας. Όσο άκαμπτη και σοβαρή και ασφυκτική και αν είναι η θρησκεία, δεν καταφέρνει να πνίξει την ζωή. Η ζωή, δηλαδή η διάθεση για ανάδειξη, για ευχαρίστηση, για αυτοεκτίμηση και αναγνώριση πάντα βρίσκει τρόπους για να ξεφύγει, είτε πρόκειται για την ισλαμική μπούργκα είτε για την βυζαντινή τέχνη. Τα ιερατεία την βάζουν σε κορσέδες, αλλά αυτή δεν το βάζει κάτω…

Τότε συνειδητοποίησα γιατί τόσοι πολλοί, άνδρες και γυναίκες από τα ορθόδοξα θρησκευτικά περιβάλλοντα παθιάζονται με την βυζαντινή μουσική. Είναι μια διέξοδος…

Όμως συνειδητοποίησα κάτι πολύ πιο σοβαρό. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει με την πατρίδα μου, με το έθνος μου, την κοινωνία στην οποία ζω. Φοράει ένα ασφυκτικό κορσέ και όμως μέσα σε αυτόν αγωνίζεται ζήσει, να ξεχωρίσει, να αναπτυχθεί. Όσο άκουγα την μουσική τόσο ένιωθα τον τόπο μου. Για αιώνες ζούσε μέσα στον εκκλησιαστικό κορσέ. Δεν πρόφτασε να απαλλαγεί από αυτόν και φόρεσε τον μαρξιστικό κορσέ. Σήμερα φοράει και τους δύο. Και μέσα σε αυτούς αγωνίζεται να ζήσει…

Ναι ο κορσές σε κάνει να μοιάζεις πιο όμορφος, σου δίνει μια αίσθηση ασφαλείας, όμως σε πνίγει, σε καθηλώνει είσαι ανήμπορος απέναντι στα χτυπήματα των ευέλικτων ανταγωνιστών σου. Κάθε πτυχή, έστω όχι κάθε αλλά οι περισσότερες πτυχές της ζωής μας είναι καθηλωμένες μέσα σε ένα νάρθηκα και τώρα ξαφνικά καταλαβαίνουμε ότι όλοι οι νάρθηκες πρέπει να σπάσουν!

Πανικός! Το μνημόνιο, αυτό μας αναγκάζει να κάνουμε. Εθισμένοι για αιώνες να ζούμε στους κορσέδες πανικοβαλλόμαστε. Ο καθένας αγωνίζεται να διατηρηθεί ο κορσές του.

Είμαι εξοργισμένος με τους πολιτικούς μας γιατί διαρκώς μας λένε ψέματα, ότι μπορούμε να απελευθερωθούμε χωρίς να χαλάσουμε τους κορσέδες μας… Πελαγοδρομούν ανάμεσα στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει και στον φόβο της ελευθερίας. Και στα προνόμια που δίνουν στα πάσης φύσεως ιερατεία, θρησκευτικά και πολιτικά, οι …κορσέδες.

Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Να σφύζεις από ζωή και ταυτόχρονα είσαι αναγκασμένος να φοράς μια αποπνικτική κουλτούρα που αποτυπώνεται από την βυζαντινή μουσική, και την βυζαντινή αγιογραφία μέχρι την μαρξιστική πολιτική ιδεολογία. Η δυστυχία του Έλληνα που αντιδρώντας στον κορσέ καταλύει κάθε έννοια τάξης. Ή ακόμα χειρότερα, δικαιολογεί την πάσης φύσεως ανομία, αρκεί να αισθάνεται ένα ελάχιστο ρεύμα ελευθερίας.

Πόσο θα ήθελα να ζω σε μια χώρα και μια κοινωνία χωρίς κορσέδες, αλλά με σαφή αίσθηση των ορίων…

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Νικήσαμε!!


Για μια ακόμη φορά αισθάνομαι ότι είμαι με το μέρος των νικητών! Μπορώ να ισχυρισθώ ότι αποτελώ βαρόμετρο. Το έχω γράψει και παλιότερα, είμαι εκείνη η κρίσιμη μάζα που δίνει την νίκη στις εκλογές. Είμαι ο σχετικά μικρός αριθμός των ψηφοφόρων που δεν είμαστε οπαδοί κανενός, αλλά ψηφίζουμε όποιον μας πείσει περισσότερο. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να ψηφίσουμε είτε το ένα είτε το άλλο κόμμα εξουσίας.

Αυτήν την φορά έκανα κάτι που δεν έχω ξανακάνει. Δεν πήγα να ψηφίσω, ψήφισα αποχή. Στον πρώτο γύρο αναγκάστηκα να πάω γιατί με έβαλαν και πάλι εφορευτική επιτροπή και έπρεπε να πάω να πω ότι δεν εμφανίσθηκα γιατί είμαι δημόσιος υπάλληλος και ο νόμος δεν επιτρέπει να είμαι μέλος εφορευτικής επιτροπής. Τώρα το γιατί, μην το ψάχνετε… Και θα πρέπει να πω ότι ήμουν, στον πρώτο γύρο, λίγο παγωμένος. Υπήρχε αποχή αλλά όχι και τόσο ξεκάθαρη, λίγο σαν να μπερδεύτηκα.

Όμως στον δεύτερο γύρο τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Όλοι εμείς που δεν είμαστε ηλίθιοι να τρώμε αδιαμαρτύρητα και διαρκώς τα ψέματα των πολιτικών είπαμε φθάνει, ως εδώ. Αρνούμαστε να συμμετέχουμε σε αυτήν την κοροϊδία, και αφού δεν μπορούμε να κάνουμε πραξικόπημα, απέχουμε. Και δεν είμαστε λίγοι. Η συνειδητή αποχή πρέπει να είναι γύρω στο 20%, καθότι ένα 30% είναι δεδομένη αποχή. (Προσωπικά θα ψήφιζα μόνο αν ήμουν Αθήνα ή Θεσσαλονίκη, να ψηφίσω Καμίνη ή Μπουτάρη. Όχι γιατί τους υποστήριξε το ΠΑΣΟΚ αλλά γιατί δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί.)

Βέβαια οι επαγγελματίες της πολιτικής μας επιτίθενται από όλες τις πλευρές. Φυσιολογικό, αφού χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα το βάλουν στα πόδια. Ήδη ο Σαμαράς έδωσε το σύνθημα: Θέλει να αλλάξει πολιτική η κυβέρνηση, όχι όμως και να γίνει αυτός κυβέρνηση…

Τους μαυρίζω όλους όχι γιατί είναι ψεύτες! Το ψέμα είναι η κυρίαρχη ιδεολογία στην κοινωνία μας και άντε βρες αυτόν που λέει την αλήθεια. Όχι, τους μαυρίζω γιατί είναι ανίκανοι, γιατί είναι άσχετοι, γιατί δεν έχουν ιδέα για το τι πάνε να κάνουν, γιατί είναι παράγωγα της αναξιοκρατίας και της έλλειψης αξιολόγησης, και της απάτης, που είναι τα σπορ στα οποία επιδιδόμαστε με πολύ ζήλο και πάθος εμείς οι νεοέλληνες.

Όμως σιγά σιγά ξυπνάμε, όλοι και περισσότεροι. Όπως σταδιακά παύουμε να τρώμε τα παραμύθια των θεολόγων, όσοι τα τρώγαμε, έτσι και παύουμε να τρώμε τα παραμύθια των πολιτικών. Αυτοί δυστυχώ ς είμαστε πολύ περισσότεροι.

Τι θα γίνει λοιπόν; Για μένα το πράγμα είναι απλό. Η καταστροφή είναι δεδομένη, αλλά δεν μπορώ να φαντασθώ ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η καταστροφή. Απλά ξέρω ότι αυτά που μας λεν δεν ισχύουν. Τι ισχύει δεν ξέρω, πάντως δεν είναι ευχάριστο, είναι πολύ άσχημο και αναπόφευκτο. Τουλάχιστον να προκύψει και κάτι καλό, να απαλλαγούμε από τους ανίκανους, όλους αυτούς που εμείς, εθισμένοι στα λόγια χωρίς αντίκρυσμα, ψηφίζαμε όλα αυτά τα χρόνια.

Με συνάντησε μια συγκάτοικος στην πολυκατοικία. Παιδί του παρισινού Μάη του 68! Μου λέει, θα ψηφίσετε; Όχι της λέω. Και εγώ το ίδιο μου λέει με εμφανή ανακούφιση! Δεν τους αντέχω άλλο…

Λοιπόν είναι πράγματι ένα φως στο τούνελ, αλλά δυστυχώς κανείς δεν ξέρει αν είναι η άκρη του τούνελ, ή το τραίνο που έρχεται…

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Που είναι η Ζωή;


Ήθελα να το γράψω πολλές βδομάδες πριν, αλλά δεν μπορούσα. Παραβρέθηκα σε μια ακόμα παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής με παραδοσιακούς ρωσικούς χορούς. Ήταν ένα πολύ εντυπωσιακό θέαμα. Ο σκηνοθέτης, ή σωστότερα ο ενδυματολόγος είχε μεγάλα κέφια και το εικαστικό μέρος της παράστασης ήταν συναρπαστικό. Και το χορογραφικό παρόμοια εντυπωσιακό.


Προσωπικά πρόσεξα άλλα πράγματα. Την μουσική, την λαϊκή ρώσικη μουσική την είχα ξανακούσει, χορούς όμως δεν είχα δει. Αυτό που έκανε αίσθηση σε εμένα ήταν κυρίως η διάθεση για ζωή που εξέπεμπαν όλοι οι παραδοσιακοί ρώσικοι χοροί. Μια διάθεση για ζωή θα έλεγα ζωώδη που πηγάζει μέσα από το βαθύ είναι του ανθρώπου. Όχι από τον εγκέφαλο αλλά από τα σπλάχνα. Μια διάθεση βαθειά ερωτική. Ζωή χωρίς έρωτα άλλωστε μάλλον είναι αντίφαση εν τοις όροις.

Αισθάνθηκα ότι αυτή ενστικτώδης ερωτική διάθεση για ζωή απουσιάζει από την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Δεν νομίζω να κάνω λάθος και η εξήγηση του γεγονότος είναι προφανής. Η εκκλησία ήταν πάντα ενάντια στους χορούς και όλες τις σωματικές εκδηλώσεις. Μόνο σε εντελώς περιθωριακές στιγμές ήταν δυνατόν να εκφραστεί αυτή η δύναμη και θέληση για ζωή.

Σκεπτόμουν, ορθοδοξία εδώ, ορθοδοξία και εκεί. Εδώ η ορθοδοξία έπνιξε την ζωή, εκεί δεν τα κατάφερε… Το τίμημα που πληρώνουμε για το γεγονός ότι ο χριστιανισμός είναι παιδί του ελληνισμού. Σκέπτομαι, εκεί ήταν ξενόφερτος και δεν μπόρεσε να πνίξει το παγανιστικό παρελθόν. Θυμάμαι τις διηγήσεις του Ντοστογιέφσκι και στηρίζω την άποψη αυτή. Εδώ μόνο στο καρναβάλι νομιμοποιείται ο λαός να εκφράσει αυτήν την διάθεση. Τον υπόλοιπο χρόνο την καλύπτει για να μην την καταγγείλει ο άμβωνας… (Τουλάχιστον μέχρι 50 χρόνια πριν.)

Και όμως ήταν στιγμές που η ελληνική κοινωνία έσφυζε από ζωή και έκανε μεγάλα πετάγματα. Σκέπτομαι, ήταν στιγμές που την ενέπνεαν μεγάλες ιδέες, ιδέες που ενεργοποιούσαν τις ζωτικές της δυνάμεις. Όμως οι ιδέες είναι ρευστές, αλλάζουν, αλλοιώνονται χάνουν την λάμψη τους. Έτσι και η ζωτικότητα της ελληνικής κοινωνίας δεν έχει διάρκεια, εύκολα χάνει τον δρόμο της, δεν χρειάστηκε πολύ να φθάσει στον αδυσώπητο εμφύλιο, σήμερα λίγα χρόνια μετά τους ολυμπιακούς στην χρεοκοπία.

Κοιτάω γύρω μου και το μόνο που βλέπω είναι …θάνατος. Για την ακρίβεια πεθαμένους ανθρώπους, μια κοινωνία κακαρωμένη που βλέπει ακίνητη να έρχεται το μοιραίο, χωρίς καμιά διάθεση να αντιδράσει με ένα θετικό τρόπο, κάτι να κάνει για να ξεφύγει από το πέσιμο στον γκρεμό. Δύο μόνο αντανακλαστικές κινήσεις διακρίνω. Το πώς θα ξεφύγω εγώ και η κάστα μου από το κακό, και το πώς θα ονοματίσω έτσι τα πράγματα ώστε να φαίνεται ότι …πάμε καλά…, ότι δεν έχουμε να πέσουμε σε γκρεμό αλλά να διασχίσουμε πεδιάδα χλοερή.

Όταν ακούω τους πολιτικούς, είναι σαν να ακούω θεολόγους και όταν ακούω ανθρώπους, είναι σαν να ακούω χριστιανούς που λένε ότι ο Θεός είναι αγάπη, γιατί αυτοί αισθάνονται καλά!

Είναι τυχαίο;



Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Για μια χωρίς Θεό θρησκευτικότητα ΙΙ

Συνέχεια από το προηγούμενο
Στην πραγματικότητα ο Χριστός ήταν πάντα ένα σύμβολο και μόνο σύμβολο. Ένα σύμβολο φορτισμένο με τέτοιες ιδιότητες που ενεργοποιούσε, ηλέκτριζε θα λέγαμε τις συνειδήσεις των ανθρώπων και του ενέπνεε και θετικά και αρνητικά, σε βαθμό τέτοιο που εν τέλει σφράγισε την ιστορία του πλανήτη. Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε και για όλα τα τελούμενα μέσα στην χριστιανική λατρεία. Ποτέ δεν ήταν τίποτα διαφορετικό από τις άλλες λατρείες που αντικατέστησε η χριστιανική ή τις θρησκευτικές λατρείες που συνεχίζουν να υπάρχουν παράλληλα με αυτήν. Ούτε ο Χριστός ούτε ο χριστιανισμός είχε ποτέ μια προνομιακή πρόσβαση στο θείο. Αυτό μπορεί κανείς να το πει σήμερα με μεγάλη βεβαιότητα. Επομένως είναι ψυχικοί-ψυχολογικοί μηχανισμοί αυτοί οι οποίοι όπως λειτουργούσαν επί τόσους αιώνες στο παρελθόν μπορούν να λειτουργήσουν και σήμερα.


Το δύσκολο είναι να μπορέσει κανείς να διατηρήσει ανέπαφο το συμβολικό περιεχόμενο και ταυτόχρονα να αποδεχθεί ότι πίσω από τον Χριστό δεν υπάρχει κάτι άλλο. Το δύσκολο λοιπόν είναι να δεχθεί ο σύγχρονος άνθρωπος ότι όλες οι θρησκευτικές διηγήσεις του παρελθόντος δεν είναι διηγήσεις για το πώς είναι τα πράγματα αλλά ονειρικές διηγήσεις για το πώς θα ήθελε να είναι τα πράγματα η κάθε επιμέρους ανθρώπινη κοινωνία, ονειρικές διηγήσεις για το πώς νόμιζε, μερικοί θα έλεγαν, εβίωνε τα πράγματα η εν λόγω κοινωνία. Ποτέ δεν ήταν κάτι παραπάνω από όνειρα, σύμβολα που οδηγούν τον άνθρωπο σε φανταστικούς κόσμους και που όμως τα ταξίδια αυτά στους κόσμους αυτούς είχαν πραγματικά αποτελέσματα στην ζωή των ανθρώπων.

Αν όμως μπορεί κανείς να επικεντρώνει την προσοχή του σε αυτό που κάθε θρησκευτικό σύμβολο συμβολίζει στον ονειρικό κόσμο της θρησκείας, και να παίρνει μόνο το θετικό του περιεχόμενο ή εν πάση περιπτώσει αυτό το οποίο δια της πείρας καταλαβαίνει ότι λειτουργεί και εκπαιδεύσει τον εαυτό του ώστε να μην προσέχει το γεγονός ότι κινείται σε ένα ονειρικό χώρο, χωρίς βέβαια να χάνει ποτέ την αίσθηση της πραγματικότητας, τότε μπορεί να βιώσει τα θρησκευτικά βιώματα με ένα γνήσιο τρόπο χωρίς να έχει τις παρενέργειες της παραδοσιακής θρησκευτικότητας.

Μια τέτοια στάση μειώνει στο ελάχιστο την εξουσία του ιερατείου γιατί φανερώνει το γεγονός ότι ο ρόλος του είναι αποκλειστικά τελετουργικός. Φυσικά η ζωή των θρησκειών μας το αποδεικνύει περίτρανα, αλλά πάντα το ιερατείο βρίσκει τρόπους να καλύπτει το γεγονός ότι δεν έχει καμιά προνομιακή πρόσβαση στο θείο, παρά μόνο έχει ένα διεκπεραιωτικό ρόλο. Δεν πρέπει και ούτε μπορούμε να φθάσουμε στο άλλο άκρο, στην κατάργησή του, γιατί η θρησκευτικότητα είναι μεν μια υπόθεση πολύ προσωπική, πλην όμως λειτουργείται και από κοινού με άλλους ανθρώπους, και αυτό το γεγονός καθιστά την οργάνωση και το συνεπαγόμενο ιερατείο απαραίτητο.

Η διαφορά είναι ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η απαίτηση των συνήθη ιερατείων για αποκλειστικότητα στην γνώση και η μετατροπή της αποκλειστικότητας σε εξουσιαστική δομή. Απεναντίας η χαρισματική εκδοχή του ιερατείου πάντα θα είναι υπαρκτή και θεμιτή καθώς αντανακλά την βαθειά ανθρωπολογική πραγματικότητα ότι δεν μετέχουν όλοι οι άνθρωποι εξίσου στα διάφορα χαρίσματα που κοσμούν το ανθρώπινο είδος.
(Τέλος)

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Για μια χωρίς Θεό θρησκευτικότητα Ι


Για χάρη των αναγνωστών που ενδιαφέρονται για την θρησκεία παραθέτω μικρό τμήμα από το νέο βιβλίο μου που αισίως έφθασε σε μια ολοκλήρωση, αλλά είναι άγνωστο αν και πότε θα εκδοθεί…

“Τώρα πλέον μπορούμε να μιλήσουμε για μια θρησκευτικότητα με μερική ή πλήρη απουσία του Θεού, για μια χωρίς θεό θρησκευτικότητα. Βέβαια μοιάζει με αντίφαση εν τοις όροις η χωρίς θεό θρησκευτικότητα αλλά αν εφαρμόσουμε τις διάφορες αναλύσεις που αναπτύξαμε μέχρι στιγμής θα γίνει φανερό ότι η αντίφαση είναι εντελώς επιφανειακή. Γιατί τι σημαίνει άραγε θρησκευτικότητα παρά μια αναφορά, μια σχέση με κάτι το οποίο μας υπερβαίνει, μας ξεπερνά; Πράγματι στον πυρήνα της κάθε θρησκείας βρίσκεται κάτι ευρύτερο, κάτι μεγαλύτερο κάτι δυνατότερο και πλουσιότερο από εμάς το οποίο οι διάφοροι πολιτισμοί το ονοματίζουν με διαφόρους τρόπους.

Το ερώτημα είναι αν μπορούμε και τώρα να αντλήσουμε οφέλη από τις παραδοσιακές θρησκείες. Το ερώτημα αυτό έχει αξία γιατί είναι ξεκάθαρο ότι χρειαζόμαστε τις θρησκείες ακόμα και αν καταλαβαίνουμε ότι αυτά που μας λένε είναι ξεπερασμένα ή λανθασμένα. Η ιστορική πείρα μας αποτρέπει από την ιδέα του να δημιουργήσουμε μια νέα θρησκεία. Πλέον αυτό είναι ένας ανεπίτρεπτος πλεονασμός. Επείγει λοιπόν το να κατανοήσουμε τις θρησκείες με ένα τέτοιο τρόπο που να μην μας επιβάλλονται εκπτώσεις στην λογική μας σκέψη και την κριτική μας ικανότητα.

Το ερώτημα αυτό είναι καίριο για όσους έχουν εμπλακεί στα γρανάζια μιας θρησκείας και αναρωτιούνται τι μπορούν να κάνουν τώρα, με ποιο τρόπο μπορούν να αξιοποιήσουν ότι τους προσφέρει η θρησκεία και ταυτόχρονα όμως να μην είναι υποχείριοι όλων αυτών που χρησιμοποιούν την θρησκεία για να αυξάνουν την δύναμη και το εγώ τους. Και οι αναλύσεις που παρουσιάσαμε στις προηγούμενες σελίδες μας επιτρέπουν πράγματι να πετύχουμε κάποιους δύσκολους κατά τα άλλα συγκερασμούς.

Μπορούμε πλέον να καταλάβουμε ότι το εμπειρικό στοιχείο των θρησκειών δεν σχετίζεται με τον δογματικό και θεολογικό τους λόγο. Θεωρητικά τουλάχιστον μπορεί κανείς να πραγματοποιεί όλα όσα προβλέπει μια θρησκεία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να την πιστεύει, γιατί το θρησκευτικό βίωμα δεν είναι άνωθεν χαρισμένο αλλά έσωθεν του ανθρώπου εγγεγραμμένο. Αυτή η παρατήρηση είναι η βάση όλων γιατί μας ξεκαθαρίζει ότι η θρησκευτικότητα δεν είναι ίδιον όλων και ούτε πλεονεκτεί αυτός που μπορεί να την βιώσει ούτε μειονεκτεί αυτός που δεν μπορεί ή δεν θέλει. Τελικά η θρησκεία είναι μόνο για όσους την μπορούν και την θέλουν.

Αυτοί λοιπόν οι τελευταίοι μπορούν να κρατήσουν ανενδοιάστως ότι τους αρέσει, ότι σε αυτούς δουλεύει και να αφήσουν κατά μέρος όλα όσα δεν μπορούν να δεχτούν. Π.χ. μπορούν να κρατήσουν από το τελετουργικό ότι τους αρέσει, ότι τους γεμίζει και ικανοποιεί, χωρίς να δεσμεύονται να δεχθούν ότι τους αφήνει αδιάφορο. Πλην όμως εδώ υπάρχει κάποιο πρακτικό πρόβλημα. Πως π.χ. μπορεί κανείς να προσευχηθεί σε ένα Θεό που πιστεύει ότι δεν υπάρχει; Πως μπορεί να τιμά π.χ. τον Χριστό όταν ξέρει ότι ο άνθρωπος Χριστός δεν έχει καμιά σχέση με όσα λέει η εκκλησία για αυτόν;

Εδώ πρέπει να θυμηθούμε όσα έγραψα στις παραγράφους 3.9 και 3.10 για την ικανότητα της πρόθεσης των ανθρώπων. Το ερώτημα λοιπόν μετασχηματίζεται στο ερώτημα πως είναι δυνατόν ο Χριστός να ενεργοποιεί την πρόθεση ενός πιστού που εν τούτοις ξέρει ότι το ιστορικό πρόσωπο Χριστός δεν έχει καμιά σχέση με όσα του αποδίδονται; Λοιπόν πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ιστορικός Χριστός δεν έχασε τώρα την σχέση με αυτά που του αποδίδονται. Ποτέ δεν την είχε και επομένως αν λειτούργησε μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων και μέσα στην ιστορική πορεία της Ευρώπης και της δικής μας κοινωνίας, αυτό δεν έγινε γιατί τότε αυτό που πίστευαν οι άνθρωποι ήταν αληθινό, κάτι που έπαψε να είναι αληθινό στις μέρες μας. ”

(Συνεχίζεται)

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Ιδού η Ορθοδοξία ΙΙ

Η αλήθεια είναι ότι για άλλο θέμα ήθελα να γράψω αλλά τα πολλά σχόλια τα οποία έγραψαν φίλοι αναγνώστες στο προηγούμενο κείμενο με κάνουν να επανέλθω. Αρχικά θα πω ότι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 είχα φθάσει στο συμπέρασμα ότι οι θεολογικές διαφορές της ορθόδοξης εκκλησίας με την καθολική είναι υποτυπώδεις έως ανύπαρκτες και βέβαια θεωρούσα τα μυστήρια των καθολικών έγκυρα. Το ότι η εκκλησία τα θεωρεί άκυρα ήταν μια ακόμα ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά η σκέψη μου τότε δεν προχωρούσε περισσότερο.

Σήμερα η σχετική συζήτηση μου φαίνεται τόσο σοβαρή όσο και η απορία πόσοι άγγελοι χωρούν στο κεφάλι μιας καρφίτσας. Ας με συγχωρέσουν όσοι αναγνώστες έχουν διαφορετική άποψη. Δημοσιεύω τα σχόλιά τους γιατί είναι ευπρεπή, μερικά προϋποθέτουν σοβαρή γνώση και γνήσιο ενδιαφέρον. Κάποια που δεν έχουν τις αναγκαίες αυτές προδιαγραφές τα απορρίπτω. Ας το ξαναπώ, απορρίπτω πολλά σχόλια που έχουν το σύνηθες στους εκκλησιαστικούς (φανατικούς) κύκλους ύφος. Για μένα η εκκλησία είναι από την πολύ πρώτη της αρχή μια ενσάρκωση του ψέματος, άλλοτε μικρή και άλλοτε μεγάλη, άλλοτε αθώα και συχνά δόλια και όλα όσα παραξενεύουν τους σχολιαστές και πάσχουν να τα εξηγήσουν τα θεωρώ εντελώς φυσιολογικά και δεν έχω διάθεση να μπω σε περιττές συζητήσεις.

Αν το πρόγραμμα που μετρά την επισκεψιμότητα του μπλογκ είναι σωστό τότε το διαβάζουν αρκετοί άνθρωποι, όχι βέβαια υπερβολικά πολλοί, δεν είναι μαζικής κατανάλωσης, πάντως πολλοί περισσότεροι από τους σχολιαστές. Όλοι αυτοί φαντάζομαι ότι δεν θα αντέχουν να διαβάσουν όλα αυτά τα σχόλια και με το δίκιο τους. Όλη αυτή η κουβέντα μοιάζει να αφορά ελάχιστους πολίτες αυτής της χώρας. Αλλ’ όμως τα φαινόμενα απατούν.

Αν δει κανείς αυτήν την συζήτηση από μια απόσταση θα εκπλαγεί καθώς θα διαπιστώσει ότι είναι εντελώς ανάλογη με την συζήτηση για το περίφημο μνημόνιο που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της χώρας μας. Δείτε λιγάκι πως εξελίσσεται αυτή η συζήτηση. Το ενδιαφέρον, το πάθος δεν είναι στην ενεργοποίηση για να βγούμε από το αδιέξοδο. Κατρακυλούμε στον γκρεμό σαν να είμαστε υπνωτισμένοι… Το πάθος αναδύεται στην προσπάθεια να φορτώσει ο ένας τις ευθύνες στον άλλο και κυρίως στο να κρατήσει υπό την ιδεολογική του κυριαρχία, έστω κατά φαντασία τους οπαδούς του. Παθιαζόμαστε, ή προσπαθούν να μας παθιάσουν για το παρελθόν αδιαφορώντας για το παρόν βάζοντάς μας διαρκώς σε διλλήματα, πάντα κατά φαντασία.

Κάποια στιγμή θα παρουσιάσω εκτενώς την σκέψη μου, πλέον την έχω προχωρήσει πολύ, αλλά ας θυμηθείτε ότι η παθιασμένη συζήτηση των σχολιαστών που σήμερα συγκινεί ελάχιστους, στο παρελθόν πάθιαζε ολόκληρη την κοινωνία. Και τότε ήταν συζήτηση για το πόσοι άγγελοι χωρούν στο κεφάλι μιας καρφίτσας. Η εκκλησία και τότε ήταν ψέμα. Για να πιστεύει όμως μια κοινωνία ότι για χάρη αυτού του θέματος είναι καλύτερα να υποταχθεί στους Τούρκους, έπρεπε να έχει υποστεί μια ιδιαίτερη ιδεολογική επεξεργασία.

Η εκκλησία χάθηκε και σήμερα είναι ένα πτώμα όμορφα διακοσμημένο, όμως τα προϊόντα αυτής της επεξεργασίας, είναι πολιτιστικά και δεν χάθηκαν. Το αποδεικνύει ο τρόπος που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας την πτώχευση. Και όχι μόνο.

Αν δεν μπορέσουμε να δούμε αυτά τα προϊόντα και να τα απενεργοποιήσουμε, από μόνοι μας δεν θα μπορέσουμε να βγούμε από την πτώχευση…

Όποιος έχει αφαιρετική σκέψη ας διαβάσει τα σχόλια και θα αναγνωρίσει τις αιτίες της κρίσης!

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Ιδού η Ορθοδοξία!


Στο βιβλίο μου Σοκ και Δέος κάνω μια συστηματική, πλήρη και συνοπτική περιγραφή της διδασκαλίας της ορθοδόξου εκκλησίας. Εκεί εμφανίζονται και διδασκαλίες οι οποίες είναι αδιανόητες για τα αυτιά ενός σύγχρονου χριστιανού. Αρκετοί λοιπόν τέτοιοι σύγχρονοι χριστιανοί, που δεν ασχολήθηκαν ποτέ στα σοβαρά με το θέμα, με κατηγόρησαν ότι τα παραλέω ή ότι δεν είμαι ακριβής. ( Κανείς βέβαια γνώστης των θεμάτων δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο.)

Αυτές τις μέρες έμαθα ένα γεγονός, το οποίο πέρασε στα ψιλά, το οποίο επιβεβαίωσε όσα σκέπτομαι για το μέλλον της ορθόδοξης εκκλησίας, αν και πρέπει να πω ότι με αιφνιδίασε η ταχύτητα με την οποία συνέβη. Ετέθη σε αργία ένας λόγιος κληρικός, τον οποίο είχα γνωρίσει από τα γραπτά του, και πρόσφατα τον γνώρισα και προσωπικά, γιατί έκανε το μέγιστο των παραπτωμάτων: Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κοινώνησε σε καθολική εκκλησία κατά την διάρκεια καθολικής θείας κοινωνίας! Αυτή του η πράξη προκάλεσε, σε χρόνο ρεκόρ, εδώ ξαφνιάστηκα, την παύση του που μάλλον θα επισύρει και την καθαίρεσή του!

Δεν θα σχολιάσω την πράξη της εκκλησίας αν είναι σωστή ή όχι γιατί δεν είναι δικό μου θέμα. Θέλω να παρακαλέσω τον αναγνώστη να σκεφτεί το τι σημαίνει αυτό. Ο κληρικός τιμωρήθηκε γιατί κοινώνησε σε μια άλλη χριστιανική εκκλησία. Αυτό έγινε γιατί, όπως λέει το Πιστεύω, μόνο μια εκκλησία υπάρχει και αυτή είναι βέβαια η ορθόδοξη. Τα δε μυστήρια της καθολικής εκκλησίας δεν είναι μόνο άκυρα αλλά είναι και μιαρά και όποιος συμμετέχει σε αυτά όχι μόνο δεν παίρνει θεία χάρη, αλλά μολύνεται, αμαρτάνει έτσι που αν είναι κληρικός καθαιρείται αν δε είναι λαϊκός δεν μπορεί να γίνει κληρικός. (Αυτά τα λεν οι κανόνες) Για σκεφτείτε τι σημαίνει αυτό. Τι άλλο παρά το γεγονός ότι ο Θεός, όταν ένας ορθόδοξος κληρικός τον “καλεί” να τελέσει μια θεία λειτουργία, έρχεται και την τελεί. Αν όμως είναι καθολικός κληρικός τότε κάνει πως δεν ακούει και …δεν έρχεται!

Επί χίλια χρόνια άπειροι καθολικοί κληρικοί καθημερινά τελούν την θεία λειτουργία και τα άλλα μυστήρια, και, κατά τους ορθοδόξους, ο Θεός τους ακούει παγερά αδιάφορος ενώ είναι εύκολος στο να ακούσει και τον πλέον (ενδεχομένως) διεφθαρμένο ορθόδοξο κληρικό! Βέβαια ο Θεός κάνει και κάποιες εξαιρέσεις, γιατί ακούει τους καθολικούς κληρικούς όταν κάνουν το βάπτισμα. Έχω και μερικές απορίες, π.χ. εφόσον η ιεροσύνη των καθολικών είναι άκυρη και η κληρικοί απλοί λαϊκοί, άραγε αν ένα παιδάκι καθολικό, παίζοντας, κάνει μια βάπτιση, αυτή θα θεωρηθεί έγκυρη; Και πως γίνεται να μην “μπερδεύεται” ο Θεός από το γεγονός ότι ορισμένοι ορθόδοξοι θεωρούν και το βάπτισμα των καθολικών άκυρο ενώ άλλοι το θεωρούν έγκυρο; Αυτά και άλλα παρόμοια θα πρέπει να μας εξηγήσουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι, αλλά …κάνουν την πάπια…

Για να είμαστε ειλικρινείς δεν κάνουν ακριβώς την πάπια, αλλά εξωθούν το παιχνίδι με τις λέξεις στα όριά του έτσι ώστε και ο σκύλος ολόκληρος, να μην φαίνονται ότι αρνούνται το Πιστεύω, και η πίτα ολόκληρη, να φαίνονται ότι δεν παραλογίζονται. Και όποιον πείσουν.

Η τιμωρία του συγκεκριμένου κληρικού αποδεικνύει το πραγματικό πρόσωπο της ορθόδοξης εκκλησίας. Μπορεί να είναι αποτρόπαιο αλλά είναι συνεπές, το μόνο που είναι συνεπές με την θεολογία της, με το Πιστεύω. Όλα τα άλλα, τα …προοδευτικά είναι ψεύτικα, είναι απατηλά, είναι οι αυτοδικαιωτικές φαντασιώσεις διαφόρων σχετικών ή ασχέτων με την χριστιανική θεολογία.

Εκτιμώ ότι στο άμεσο μέλλον, αυτό το σκληρό πρόσωπο θα κυριαρχήσει και θα αποβάλει από την εκκλησία όλα τα προοδευτικά πρόσωπα. Εκτιμώ ότι αυτό είναι νομοτέλεια στις πάσης φύσεως σέκτες…

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Επιστήμη και Πτώση



Μια και μιλάμε για Επιστήμη και Θρησκεία παραθέτω μια επιστολη που έστειλα στο περιοδικό Σύναξη ως σχόλιο σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό, και όπου πιστεύω ότι οριοθετώ αρκετά καλά την σχέση θρησκείας και επιστήμης πάνω σε ένα συγκεκριμένο, και επίμαχο θέμα. Η επιστολή δημοσιεύθηκε στο επόμενο τεύχος (114) της Σύναξης και βέβαια δεν έλαβε κάποια, μέχρι στιγμής, απάντηση.

κ. Διευθυντά,


Στο τεύχος 113 της Σύναξης διάβασα το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του κ. Θεόφιλου Αμπατζίδη με τίτλο, Το αίνιγμα του κακού και η σύγχρονη θεολογική του ερμηνευτική. Κατ’ αρχάς θα ήθελα να τον συγχαρώ για το γεγονός ότι τολμά να τοποθετηθεί γραπτώς για ένα θέμα το οποίο, όπως σημειώνει, μοιάζει με αναμμένο κάρβουνο. Θα μπορούσα να σχολιάσω πολλά σημεία του άρθρου, όμως επιλέγω να ασχοληθώ μόνο με ένα που ίσως είναι και το κεντρικότερο για τις σκέψεις που παρουσιάζει. Και συγκεκριμένα στο ερώτημα αν η επιστήμη καθιστά υποχρεωτική την αντιμετώπιση της Πτώσης ως μη ιστορικό γεγονός.

Η απάντηση του κ. Αμπατζίδη είναι αρνητική και αυτή του την τοποθέτηση προσπαθεί να την τεκμηριώσει με ορισμένα επιχειρήματα κάτι που δίνει την δυνατότητα για την ανάπτυξη ενός σχετικού διαλόγου στον οποίο θέλω να ανταποκριθώ ώστε το υπό εξέταση θέμα να φωτισθεί όσο το δυνατόν καλύτερα. Πιστεύω ότι το θέμα είναι αρκούντως σοβαρό ώστε να πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς με την ανάλογη σοβαρότητα και συνέπεια κάτι το οποίο διακρίνει κανείς σε όλο το άρθρο. Για τον σκοπό αυτό θα εξετάσω την διδασκαλία για την Πτώση λίγο πιο αναλυτικά ώστε να γίνει κατανοητό ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και έτσι ο αναγνώστης του περιοδικού να αξιολογήσει ανάλογα τα επιχειρήματα του κ. Αμπατζίδη.

Αρχικά πρέπει να επισημάνω ότι η επιστήμη, ως επιστήμη, δεν θέτει κανένα θέμα στην θεολογία γιατί η επιστήμη δεν ασχολείται με θεολογικά θέματα. Από όσο ξέρω, και είμαι σε θέση να ξέρω, καμιά επιστημονική έρευνα δεν έγινε με στόχο να αποδειχθεί ή να διαψευσθεί η εκκλησιαστική διδασκαλία για την Πτώση, και δεν είναι λογικό να αναμένει κανείς ότι στο μέλλον θα συμβεί κάτι τέτοιο. Το πρόβλημα δεν τίθεται σε επίπεδο επιστήμης και θεολογίας. Πλην όμως υπάρχει πράγματι πρόβλημα και ο λόγος είναι ο εξής: Η εκκλησιαστική διδασκαλία για την Πτώση αποτελείται από δύο τμήματα. Από μία μεταφυσική διδασκαλία-θεωρία και από μία θεολογική διδασκαλία.

Η μεταφυσική διδασκαλία αναφέρεται στον τρόπο ύπαρξης του φυσικού κόσμου από την στιγμή της Δημιουργίας μέχρι την Πτώση και από την Πτώση μέχρι σήμερα, ενώ αντιστοίχως η θεολογική αναφέρεται στο σωτηριώδες έργο του Χριστού. Η εκκλησιαστική διδασκαλία για την προ της Πτώσεως κατάσταση του φυσικού κόσμου είναι μια τυπικά μεταφυσική διδασκαλία γιατί αναφέρεται στον τρόπο που είναι την εποχή εκείνη ο φυσικός κόσμος και τα χαρακτηριστικά με τα οποία τον προικίζει, (συνοπτικά απουσία θανάτου) δεν είναι αποτέλεσμα παρατήρησης αλλά προκύπτει έμμεσα δια λογικών συλλογισμών. Δεν υπάρχει κανείς μάρτυρας εκείνης της εποχής. Οι πατέρες μιλούν για την εποχή εκείνη αξιοποιώντας χωρία από την Παλαιά Διαθήκη και από τις αντιλήψεις περί της θεότητας, τις οποίες θεωρούσαν ως απολύτως δεδομένες.

Στις μέρες μας υπάρχει και η θεωρία του βιώματος του εκκλησιαστικού σώματος, κάτι που επικαλείται και ο κ. Αμπατζίδης, πλην όμως το βίωμα δεν έχει μία και μοναδική ερμηνεία και κάθε αποδεκτή ερμηνεία έχει μεταφυσικό χαρακτήρα και κατ’ ουδένα τρόπο συνιστά αποδεικτικό της ορθότητας της όποιας μεταφυσικής μας επιλογής. Ανάλογα θα πρέπει να σημειώσω ότι και κάθε επιστημονική θεωρία που αναφέρεται στην αρχή του σύμπαντος (και όχι μόνο) έχει και αυτή μεταφυσικό χαρακτήρα, όπως γνωρίζει καλά όποιος έχει ασχοληθεί με την φιλοσοφία της επιστήμης. (π.χ. βλ. στο, Εισαγωγή στην Φιλοσοφία της Επιστήμης, Clark Glymour, Ο Ρεαλισμός και η Φύση των Θεωριών, σελ. 139 κ.ε., Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2005) Επομένως δεν συνιστά μειονέκτημα της εκκλησιαστικής διδασκαλίας το γεγονός ότι έχει μεταφυσικό χαρακτήρα. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Τα προβλήματα ανακύπτουν εκ του γεγονότος ότι μεταφυσική δεν σημαίνει αυθαιρεσία. Μια μεταφυσική διδασκαλία ή αντίστοιχα θεωρία κρίνεται εκ της λογικής της πληρότητας και αυτοσυνέπειας και από την συμβατότητά της με τα παρατηρησιακά δεδομένα, τα οποία στην πραγματικότητα ενισχύουν ή εξασθενούν την αυτοσυνέπειά της.

Το πρόβλημα λοιπόν της εκκλησιαστικής διδασκαλίας για την Πτώση έγκειται στο γεγονός ότι πλήθος παρατηρησιακών, δηλαδή εμπειρικών, δεδομένων που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, όπως αναγνωρίζει και ο κ. Αμπατζίδης, συγκρούονται βίαια με την εκκλησιαστική μεταφυσική διδασκαλία για τον φυσικό κόσμο πριν από την εμφάνιση του ανθρώπου. Η Πτώση, δηλαδή το σημείο αλλαγής δεν συνιστά το κέντρο της μεταφυσικής διδασκαλίας αλλά είναι λογική συνέπειά της. Χωρίς την Πτώση η μεταφυσική αυτή διδασκαλία της Εκκλησίας δεν θα ήταν συμβατή με τον κόσμο που βλέπουμε. Το θέμα λοιπόν δεν είναι γιατί στα παρατηρησιακά δεδομένα τα οποία αναφέρονται στο παρελθόν δεν “βλέπουμε” την Πτώση, δηλαδή την αλλαγή κατάστασης, αλλά το ότι τα δεδομένα αυτά είναι ασύμβατα με τα φυσικά χαρακτηριστικά της προπτωτικής κατάστασης του φυσικού κόσμου, έτσι όπως τα οραματίζεται η εκκλησιαστική διδασκαλία.

Ο αναγνώστης θα διευκολυνθεί στην κατανόηση του θέματος αν διακρίνει το μεταφυσικό από το υπερφυσικό, έννοιες που δυστυχώς συνήθως χρησιμοποιούνται αδιάκριτα. Μεταφυσική μπορεί να είναι μια άποψη ή μια θεωρία, όχι ένα γεγονός. Μεταφυσική είναι μια διήγηση, μια ερμηνεία για ένα γεγονός το οποίο μπορεί να είναι είτε φυσικό είτε υπερφυσικό. Ένα φυσικό γεγονός μπορεί να ερμηνεύεται είτε φυσικά είτε μεταφυσικά, (στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο πάντα υπεισέρχεται η μεταφυσική) ενώ ένα υπερφυσικό γεγονός ερμηνεύεται πάντα μεταφυσικά. Η μεταφυσική είναι φιλοσοφία και επεκτείνεται πάντα πέρα από τα τυπικά επιστημονικά όρια. Υπερφυσικό είναι πάντα ένα γεγονός το οποίο δεν είναι ερμηνεύσιμο με βάση τις υπάρχουσες γνώσεις. Φυσικά τίποτα δεν αποκλείει την πιθανότητα κάτι που σήμερα χαρακτηρίζεται ως υπερφυσικό στο μέλλον να ανήκει στην κατηγορία των φυσικών γεγονότων.

Η Πτώση λοιπόν είναι ένα υπερφυσικό γεγονός, η περιγραφή όμως της προπτωτικής κατάστασης είναι μια μεταφυσική θεωρία. Η Ανάσταση του Χριστού είναι επίσης ένα υπερφυσικό γεγονός και ερμηνεύεται και αυτή πάντα μεταφυσικά. Και εύλογα και η Πτώση και η Ανάσταση και τα όποια άλλα υπερφυσικά γεγονότα στα οποία πιστεύουν οι χριστιανοί ή οι άλλες θρησκείες δεν μπορούν αν είναι αντικείμενο επιστημονικής εξέτασης. Μπορούν όμως να είναι αντικείμενα φιλοσοφικής (δηλαδή μεταφυσικής) και θεολογικής έρευνας, όπως και είναι. Η έρευνα αυτή άπτεται κυρίως του νοήματος των υπερφυσικών γεγονότων. Η θεολογία λοιπόν της Πτώσης ή της Ανάστασης αυτονοήτως είναι εκτός των ενδιαφερόντων της επιστημονικής έρευνας, αν και μπορεί να εμπίπτουν στα προσωπικά ενδιαφέροντα κάποιων επιστημόνων.

Με τα παραπάνω γίνεται φανερό η άποψη ότι η επιστημονική λογική μας υποχρεώνει απριόρι να απορρίψουμε την Πτώση ή την Ανάσταση ή άλλα ανάλογα πιστεύω είναι λάθος και άσχετη με το θέμα μας, που είναι η αυτοσυνέπεια και η συμβατότητα με τα παρατηρησιακά δεδομένα, της μεταφυσικής διδασκαλίας της εκκλησίας αναφορικά με τον τρόπο που υπήρχε ο κόσμος πριν από την Πτώση. Φυσικά αν δεν υπάρχει προπτωτική κατάσταση δεν υπάρχει και Πτώση, πλην όμως το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν βλέπουμε το αποτύπωμα της Πτώσης αλλά ότι δεν βλέπουμε το αποτύπωμα της προπτωτικής κατάστασης. Και κατά μείζονα λόγο δεν ισχύει το αντίστροφο. Μπορεί κανείς να δουλεύει με την επιστημονική μέθοδο και να πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού ή όποιο άλλο υπερφυσικό γεγονός. Δεν μπορεί όμως να δέχεται μια μεταφυσική θεωρία η οποία να οδηγεί σε παραλογισμούς.

Αντίστοιχα το αναστημένο σώμα του Χριστού συνιστά ένα υπερφυσικό γεγονός και είναι αναμενόμενο να ερμηνεύεται μόνο μεταφυσικά και ενδεχομένως να μην ανιχνεύεται από τα επιστημονικά όργανα. Η αλήθεια είναι ότι αυτό είναι αμφίβολο, αν πράγματι το σώμα αυτό είναι υλικό. Εδώ όμως έχουμε παιχνίδι με τις λέξεις. Ένα σώμα που περνά μέσα από τοίχους δεν μπορεί να είναι υλικό, με τον συνήθη τρόπο που εννοούμε την λέξη υλικός. Πιθανόν να αποτελείται από ύλη άλλου τύπου, αλλά τίποτα δεν αποκλείει να ανιχνεύεται με κάποια εξελιγμένα επιστημονικά όργανα. Όλη αυτή η συζήτηση για τις λεπτομέρειες ενός υπερφυσικού γεγονότος για το οποίο έχουμε μόνο ασαφείς πληροφορίες έχει καθαρά εικοτολογικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να συνιστά κριτήριο για τον έλεγχο μιας μεταφυσικής πρότασης η οποία αναφέρεται στο ιστορικό παρελθόν του σύμπαντος, το αποτύπωμα του οποίου είναι έγκυρα παρατηρησιακά δεδομένα.

Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η συζήτηση για την εσχατολογική κατάσταση. Και εδώ έχουμε μια μεταφυσική πρόταση για το πώς θα είναι το σύμπαν κάποια στιγμή στο μέλλον. Η (χριστιανική) μεταφυσική αυτή πρόταση αναγνωρίζει ένα σαφές σημείο καμπής, όπου το παλαιό αντικαθίσταται από το νέο. Ο παλαιός κόσμος χάνεται και υπάρχει μόνο ο νέος. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι η τεχνολογία του παλαιού κόσμου δεν θα μπορεί να ανιχνεύσει τα χαρακτηριστικά ή την παρουσία του νέου. Βέβαια μια και πιθανολογούμε ελεύθερα, τίποτα δεν αποκλείει οι κάτοικοι του νέου κόσμου να έχουν επιστήμη και τεχνολογία νέου τύπου που να ανιχνεύει τον εαυτό τους.

Μπορεί άραγε το εύλογο της παραπάνω πρότασης να καταστήσει εύλογη μια ανάλογη πρόταση που να αναφέρεται στο παρελθόν; Υπάρχει ένα θέμα το οποίο πιθανόν ο κ. Αμπατζίδης δεν το έχει προσέξει. Στα έσχατα υπάρχει μια και μόνο κατάσταση των όντων. Δεν νομίζω ότι κάποιος θεολόγος μπορεί να ισχυρισθεί ότι στα έσχατα θα υπάρχουν και τα έσχατα και τα τωρινά. Δεν μπορεί όμως να ισχύει το ίδιο και για την αρχέγονη κατάσταση, έτσι όπως την οραματίζεται ο κ. Αμπατζίδης. Μπορεί πράγματι να διατυπώσει κανείς μια μεταφυσική πρόταση για τον φυσικό κόσμο κατά την οποία ο αρχέγονος κόσμος βρίσκεται σε μια τέτοια φυσική κατάσταση έτσι ώστε να μην αφήνει αποτύπωμα στην δική μας επιστημονική έρευνα, να μην αφήνει παρατηρησιακά, για εμάς, δεδομένα. Το ερώτημα είναι τι γίνεται με τα υπαρκτά αποτυπώματα, τα παρατηρησιακά δεδομένα ενός άλλου κόσμου, του δικού μας, τα οποία μας κατακλύζουν και τελικά μας αναγκάζουν να κάνουμε όλη αυτήν την συζήτηση.

Τα αποτυπώματα του δικού μας κόσμου είναι απτά και δεν μπορούν να αγνοηθούν και επομένως θα πρέπει να υποθέσουμε ότι στην αρχέγονη κατάσταση υπήρχαν ταυτόχρονα δύο κόσμοι, μιλώντας απλουστευτικά, ένας όπου το λιοντάρι έτρωγε το πρόβατο και ένας όπου όλοι ήταν χορτοφάγοι. Θα πρέπει λοιπόν ο κ. Αμπατζίδης να μας προτείνει μια πλήρη και αυτοσυνεπή μεταφυσική πρόταση όπου θα συνυπάρχουν αρμονικά οι δύο κόσμοι χωρίς να καταφύγει στην αυθαίρετη επιστημονική και θρησκευτική φαντασία. Θα πρέπει να πει κάτι πολύ πολύ περισσότερο από το, η Πτώση “δεν πραγματώνεται σε μία στιγμή αλλά στοιχεί προς τον χρόνο της κοσμικής Δημιουργίας.” Γιατί αν μπορούμε να φανταζόμαστε ελεύθερα κόσμους που δεν ανιχνεύονται και στους οποίους δίνουμε ότι ιδιότητες μας εξυπηρετούν, μπορούμε να φαντασθούμε ότι και τώρα υπάρχει ένας άλλος κόσμος στο οποίο όλα όσα ισχυρίζεται η χριστιανική διδασκαλία αληθεύουν και ένας άλλος κόσμος στον οποίο ζούμε όλοι εμείς. Μια τέτοια πρόταση σίγουρα είναι πολύ πιο οικονομική, δηλαδή ικανοποιεί το περίφημο κριτήριο του Όκκαμ…

Ελπίζω να γίνεται κατανοητό ότι αφενός μεν συνολικά η γραμμή σκέψης του κ. Αμπατζίδη είναι προβληματική γιατί αναφέρεται σε επιστήμη και θεολογία ενώ το θέμα που συζητά είναι θέμα πληρότητας και συνέπειας μιας συγκεκριμένης μεταφυσικής πρότασης και αφετέρου η λύση που προτείνει δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα τυχόν λύνει. Πλην όμως η μεταφυσική είναι μεταφυσική και ελέγχεται με την αυτοσυνέπειά της, αλλά η αυτοσυνέπεια είναι κάτι το σχετικό. Μπορεί κανείς να χαλαρώσει τα κριτήριά του όσο θέλει έτσι ώστε να μπορεί να πιστεύει στην δική του μεταφυσική.

Αυτό είναι μια πραγματικότητα και για τον λόγο αυτό γίνονται αποδεκτά από διάφορες ομάδες ανθρώπων και τα πιο απίθανα πιστεύω. Δεν προτίθεμαι να λύσω το πρόβλημα για λογαριασμό των θεολόγων, αλλά πιστεύω ότι είναι καιρός και οι χριστιανοί θεολόγοι να δουν τα πιστεύω τους τέτοια που είναι. Μια ακόμα διήγηση που ανέπτυξε η ανθρωπότητα στην προσπάθειά της να απαντήσει τα υπαρξιακά ερωτήματα των ανθρώπων. Μια διήγηση ανάμεσα σε πολλές άλλες. Μια διήγηση που στο παρελθόν ίσως πλεονεκτούσε έναντι κάποιων άλλων, σήμερα όμως μειονεκτεί εμφανώς.

Μπορεί αυτό να είναι ταπεινωτικό, αλλά υποτίθεται ότι ο χριστιανικός δρόμος είναι η οδός της ταπεινώσεως. Μπορώ όμως να ισχυρισθώ ότι αυτός ο δρόμος είναι δρόμος που μπορεί να έχει ζωή.

Ευχαριστώ για την φιλοξενία,

Αρσένιος Μέσκος

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

"Επιστήμη και Θρησκεία: Ορίζοντας τις έννοιες"



Είναι άραγε δυνατόν να κάνουμε κάτι στην Ελλάδα που να μην είναι …ελληνικό; Η απάντηση είναι απλή: Αυτό είναι απελπιστικά δύσκολο αλλά όχι αδύνατο. Προσωπικά διεκδικώ, με όποιο τρόπο μπορώ, αυτές τις ελάχιστες πιθανότητες. Και βέβαια δεν είμαι ο μόνος, ούτε μόνος. Αλλά είμαστε λίγοι, σε όλα τα πεδία.
Ο ελληνικός τρόπος είναι: τα ξέρω όλα, και όταν δεν μου βγαίνουν τα πράγματα καταφεύγω στο ψέμα και την φαντασία, αρκεί να μη μου αμφισβητηθούν οι βεβαιότητες. Αν δεν καταλαβαίνετε τι λέω, δείτε τους πολιτικούς…
Με πνεύμα λοιπόν αναζήτησης και απορίας και ανοικτοί στην έρευνα, ξεκινήσαμε πριν δύο χρόνια την Εταιρεία Μελέτης των σχέσεων της Επιστήμης με την Θρησκεία, ΕΜΕΣΕΘ http://www.emeseth.gr/portal/ . Το ελληνικό θαύμα κατάφερε να περάσουν 14 μήνες για να εγκριθεί το καταστατικό της, αν και είναι ένας απλός μη κερδοσκοπικός σύλλογος και όχι βέβαια κάποια εμπορική εταιρεία. Οι επιστημονικοί σύλλογοι είθισται να ονομάζονται εταιρείες.
Οι θρησκευόμενοι δεν ενδιαφέρονται για τέτοιες ανοικτές προσπάθειες και είναι κατανοητό, όμως η διαπλοκή της επιστήμης με την θρησκεία ενδιαφέρει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο και σε αυτούς απευθυνόμαστε. Ήδη έχουμε προγραμματίσει μια νέα εκδήλωση το άλλο Σάββατο, 9-10-2010 στις 11.30 πμ. στο βιβλιοπωλείο Αρμός, Μαυροκορδάτου 11, με θέμα "Επιστήμη και Θρησκεία: Ορίζοντας τις έννοιες".
Θα γίνουν δύο εισηγήσεις:
Α. Από τον καθ. Στ. Βιρβιδάκη, του τμ. Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Παν. Αθηνών.
Περίληψη: Η φιλοσοφική θεώρηση της θρησκείας οφείλει να ξεκινά από την αναγνώριση της περιπλοκότητας και της αδυναμίας ικανοποιητικής σύλληψης των διαστάσεων της ίδιας της έννοιας.  Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη χαρακτηριστική φαινομενολογία της ηθικής εμπειρίας, η οποία γίνεται αντικείμενο διεπιστημονικών προσπαθειών ανάλυσης και εξήγησης, για ένα σύνολο λατρευτικών και τελετουργικών πρακτικών με αναφορά στο βίωμα  του «ιερού» και για την οργανωμένη θεσμική τους έκφραση, ή και για ιδιαίτερες αφηγήσεις, συστήματα συμβόλων, εννοιολογικά σχήματα που προτείνουν την συνολική κατανόηση και νοηματοδότηση της ανθρώπινης ύπαρξης και υπερβαίνουν τις απλές, επιστημονικές εξηγήσεις των φυσικών της γνωρισμάτων.  Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει είναι σε ποιο βαθμό η θρησκευτική αντιμετώπιση της υλικής πραγματικότητας και της ανθρώπινης ζωής είναι συμβατή με την ακραιφνή επιστημονική τους προσέγγιση.
Β. Από την αναπ. καθ. Βάσω Κιντή του τμ. Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Παν. Αθηνών.
Περίληψη: Το ερώτημα «Τι είναι επιστήμη;» το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί με έναν μοναδικό τρόπο. Η επιστήμη είναι μια πρακτική με ιστορία και δεν περιγράφεται με ένα τύπο στον οποίο διατυπώνονται συνθήκες αναγκαίες και ικανές. Υπήρχε, και υπάρχει, πολυμορφία τόσο σε ό,τι αφορά την επιστημονική πρακτική όσο και σε ό,τι αφορά την επιστημονική γνώση.  Η ιδεολογία του επιστημονισμού έχει κατασκευάσει ένα πρότυπο επιστήμης το οποίο χρησιμοποιείται ως αφηρημένο μέτρο σύγκρισης, συνήθως για να απαξιωθεί ό,τι δεν ανταποκρίνεται σε αυτό. Η αμφισβήτηση του κατασκευασμένου αυτού προτύπου, δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγεί στην άρνηση κάθε κριτηρίου εγκυρότητας
Στην ΕΜΕΣΕΘ όλοι έχουμε τις προσωπικές μας απόψεις τις οποίες όμως θέτουμε προς συζήτηση, έρευνα και επαλήθευση. Η εκδήλωση αυτή δεν στοχεύει να προβάλει μια άποψη, να παρουσιάσει μια θέση αλλά να ανοίξει την συζήτηση.
Θα παρακαλούσα, δεν θα προέτρεπα απλώς, αλλά θα παρακαλούσα, κάθε αναγνώστη αυτών των γραμμών που θέλει να είναι ανοικτός, που θέλει να έχει απορίες και δεν θέλει να τις επιλύει με ψευδείς τρόπους, να παρευρεθεί στην εκδήλωση αυτή. Δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ούτε γίνονται και πολλές ανάλογες, ως προς τον τρόπο, εκδηλώσεις και αξίζει να την υποστηρίξουμε. Και θα ωφεληθούμε αλλά και θα βοηθήσουμε την διανόηση της χώρας μας να πάψει να κρύβεται πίσω από κεκτημένα και στερεότυπα, να ανοιχτούμε στην απορία, την αναζήτηση και την αληθινότητα.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Αναζητώντας τον μεσσία




Σε μια κοινωνία που καταρρέει, σε ένα κόσμο που χάνεται κάτω από τα πόδια μας υπάρχει μια ποικιλία στάσεων με την οποία οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την κατάσταση. Σε γενικές γραμμές πάντως υπάρχει μια αναδίπλωση, μια επιστροφή στο εσωτερικό του ανθρώπου, μια διάθεση φυγής από την καταρρέουσα ατμόσφαιρα και αναζήτηση πνοής σε ένα επίπεδο που δεν επηρεάζεται από αυτήν, μια  επιστροφή στον ψυχικό κόσμο. Δεν είναι όμως όλες αυτές οι αναδιπλώσεις του ίδιου επιπέδου, δεν έχουν τα ίδια αποτελέσματα.

Μπορώ να διακρίνω δύο διαφορετικές αναδιπλώσεις με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα. Η μία είναι αναδίπλωση στον κόσμο του φανταστικού, είναι μια απόσυρση από την μάχη της ζωής, ένας αγώνας για διατήρηση των κεκτημένων, όχι στον κόσμο της πραγματικότητας αλλά σε ένα άλλο κόσμο εν πολλοίς φανταστικό. Η άλλη αναδίπλωση είναι μια επιστροφή στον εαυτό για περισυλλογή και παρατήρηση και καλύτερη κατανόηση των πραγμάτων και αναζήτηση έμπνευσης για επιστροφή και νικηφόρα αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Στην ελληνική ιστορία μπορεί κανείς να βρει και τις δύο περιπτώσεις διάλυσης της κοινωνίας και αναδίπλωσης στον εαυτό με χαρακτηριστικά διαφορετικά αποτελέσματα. Χρονικά η πρώτη είναι η ύστερη ρωμαϊκή περίοδος με όλα τα χαρακτηριστικά διάλυσης που μας περιγράφουν οι ιστορικοί. Σε αυτήν την μακρά και δύσκολη περίοδο υπήρξε μια αναδίπλωση που όμως οδήγησε σε εκτίναξη. Μιλώ για την εμφάνιση του χριστιανισμού που υπήρξε μια απάντηση στα προβλήματα της εποχής της παρακμής της εποχής εκείνης και ο οποίος αν και ήταν μια κίνηση προς το εσωτερικό του ανθρώπου όμως δεν έμεινε εκεί και οδήγησε σε μια ανανέωση του πολιτισμού και της κοινωνίας.

Πολλούς αιώνες αργότερα, στην φάση της εκ νέου παρακμής της ελληνικής κοινωνίας, υπήρξε μια εκ νέου επιστροφή προς τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, μια επιστροφή που όμως οδήγησε στην τελική καταστροφή της ελληνικής κοινωνίας. Και όχι μόνο αυτό, την καταδίκασε στην παρακμή και την υποδούλωση για τουλάχιστον 500 χρόνια. Μιλώ για το κίνημα του ησυχασμού που υπήρξε το πιστοποιητικό θανάτου της βυζαντινής κοινωνίας. Μια αυτιστική στροφή στον εαυτό από την οποία πιθανόν να μην έχει συνέλθει ακόμα ο τόπος μας.

Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις δύο στροφές στον εαυτό; Η πρώτη εξέφραζε την αναζήτηση του νέου, της εξόδου από την κρίση μέσα από την ανανέωση που υποσχόταν η χριστιανική εκκλησία. Ένα μήνυμα που κινητοποίησε τους ανθρώπους, τους ενέπνευσε, τους οδήγησε στην δράση για μια κατάκτηση της εξουσίας και την αναγέννηση του κράτους. Η δεύτερη αναδίπλωση είχε ένα μόνο στόχο, την διατήρηση της εξουσίας μέσα στην ίδια την καταρρέουσα κοινωνία. Ήταν ο αγώνας της θρησκευτικής της ελίτ να διατηρήσει την εξουσία της απέναντι στο ρεύμα εκκοσμίκευσης που δειλά δειλά ξεκινούσε στην Δύση. Ποιος έχει την εξουσία; Ο άγιος ή ο σοφός (επιστήμων); 500 χρόνια τουρκοκρατίας τα οφείλουμε εν πολλοίς στον Παλαμά και τους συν αυτώ…

Πολύ φοβάμαι ότι αυτό που βλέπω γύρω μου είναι έντονα …παλαμικό! Ομάδες, κλίκες, και πρόσωπα που κλείνονται στον εαυτό τους μόνο και μόνο για να μπορέσουν να διατηρήσουν τα κεκτημένα. Φυσικά όλα περιτυλιγμένα σε ωραίες και υψηλές θεωρίες αγώνα για …την σωτηρία του τόπου.
Ναι χρειαζόμαστε μια επιστροφή στον εαυτό, αλλά για να ανανεωθούμε, να εμπνευστούμε και να δράσουμε όχι για να διατηρήσουμε κεκτημένα αλλά για να πάμε μπροστά, να δημιουργήσουμε νέες δομές, νέες καταστάσεις. Στον σημερινό κόσμο, δεν μπορεί να έχει πέραση η αναζήτηση ενός νέου μεσσία, πρέπει όλοι εμείς να γίνουμε μικροί μεσσίες στον χώρο μας, να κάνουμε την μικρή μας επανάσταση, να αναγεννήσουμε την πατρίδα μας…

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Η Επανάσταση του Αληθεύειν


Μου φαίνεται απίστευτο ότι από πέρσι τέτοιες μέρες που ξεκινούσε η χρονιά πέρασε μόνο ένας χρόνος! Και όμως η περσινή χρονιά άρχισε με τον καλύτερο τρόπο. Δεν είχαμε ελλείψεις σε καθηγητές, από την πρώτη βδομάδα είχαμε κανονικό πρόγραμμα και το σχολείο λειτουργούσε κανονικά. Δεν είχε ξανασυμβεί, λέγαν οι παλιοί… Και εγώ χαιρόμουν τα μαθήματα που έκανα. Το όνειρο κράτησε μέχρι τέλη Νοεμβρίου. Αρχές Δεκεμβρίου τα πάντα άρχισαν να διαλύονται.

Το σχολείο κλείνει άνευ λόγου λόγω …γρίπης, κι’ ας μην είχαμε κρούσματα, μετά αποσύρεται λόγω ασθένειας, χωρίς βέβαια εμείς να το ξέρουμε, ο διευθυντής και αμέσως προέκυψε …η τρόϊκα και χωρίς να το καταλάβω από την διάλυση της σχολικής πραγματικότητας περάσαμε στην διάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Πραγματικά αν τέτοιες μέρες πέρσι μου περιέγραφε κάποιος πως θα είναι τα πράγματα φέτος θα τον περνούσα ζουρλομανδύα. Πλην όμως τώρα τείνω και εγώ να συμβιβαστώ με την σκληρή πραγματικότητα. Παρατηρώ γύρω μου ότι όλοι λίγο πολύ το ίδιο κάνουμε. Μουδιασμένα και αμήχανα παρατηρούμε αυτό που γίνεται γύρω μας χωρίς ψυχή, χωρίς ζωή παραδομένοι στο άγνωστο. Σιγά σιγά συνειδητοποιούμε το κακό που γίνεται, φυσικά σιγά σιγά μόνο αν δεν μας πλήττει άμεσα, και όλοι καταλαβαίνουμε ότι και εμείς φταίμε, όλοι θέλουμε να κρεμάσουμε τους πολιτικούς στην πλατεία Συντάγματος, αν και από συνήθεια κάποιοι εξακολουθούν να δηλώνουν υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Αλλά δεν υπάρχει πνοή, δεν υπάρχει αντίδραση.

Και όλοι ανασηκώνουν το κεφάλι να οσμιστούν τον ορίζοντα για να αντιληφθούν τι άλλο κακό μας περιμένει. Κανείς βέβαια δεν πιστεύει ότι υπάρχει ελπίδα γιατί όλοι ζουν την διάλυση του μικρόκοσμού τους. Μόνο οι πολιτικοί, αυτοί που ποτέ δεν έζησαν την ζωή, φαντασιώνονται λύσεις και εξακολουθούν να υπόσχονται. Και οι δημοσιογράφοι, που δεν μπορεί παρά να είναι βαλτοί, να περιγράφουν τα πράγματα όπως …θέλουν. Στον πραγματικό όμως κόσμο, παντού γύρω μου αισθάνομαι μια παγωμάρα, κάτι περισσότερο από αμηχανία και φόβο, φόβο για το τι μέλει γενέσθαι.

Αν ζούσαμε σε άλλες εποχές θα είχαν συμβεί δύο πράγματα: Είτε θα γινόταν πραξικόπημα και δικτατορία, ή θα γινόταν πόλεμος. Το παγκόσμιο σύστημα απαγορεύει κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα όλοι συμβάλαμε, με τον τρόπο μας και όχι εξίσου, σε αυτό το αδιέξοδο και όλοι πρέπει να συμβάλουμε, και πάλι αναλογικά, στην υπέρβασή του. Πως όμως είναι δυνατόν να συντονισθεί μια μεγάλη κοινωνία με εσωτερικές συγκρούσεις, όπως η ελληνική; Και βέβαια είναι δυνατόν, έχει συμβεί πολλές φορές και στην Ελλάδα και αλλού. Μόνο οι ιδέες έχουν την δυνατότητα να πετύχουν κάτι τέτοιο, μόνο μια ιδέα μπορεί και πάλι να μας ενώσει και να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Ενδεχομένως όχι μια ιδέα μόνο αλλά ένα σύνολο ιδεών.

Εγώ θα ήθελα να προτείνω μία: Την ιδέα του αληθεύειν. Όχι βέβαια με τρόπο φιλοσοφικό ή ιδεολογικό, αλλά απλό και πρακτικό. Να κάνει ο καθένας μας αυτό που υποτίθεται ότι (πρέπει) να κάνει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Χωρίς δικαιολογίες, χωρίς εκπτώσεις και παραχωρήσεις βολέματος. Είμαστε μια πλούσια χώρα που όλοι την ληστεύουμε με τον τρόπο μας. Οι μεγάλοι ληστές είναι λίγοι και τρώνε πολλά, αυτούς είναι σχετικά εύκολο να τους σταματήσουμε, αν οι επιφορτισμένοι με το έργο αυτό κάνουν πράγματι την δουλειά τους. Το μεγάλο κακό το κάνουν οι πολλοί που τρώνε λίγα και έτσι δικαιολογούν τον εαυτό τους. Αν εμείς οι πολλοί εμπνευστούμε και αληθεύσουμε, τότε θα εξοστρακίσουμε όσους έχουν μεγάλο στόμα, γιατί αυτοί βασίζονται στην δική μας συνενοχή, στο γεγονός ότι μας αφήνουν να βάλουμε και εμείς το χέρι στο μέλι. Αν το αρνηθούμε, θα μείνουν εκτεθειμένοι και απόβλητοι.

Είναι άραγε ικανό το ένστικτο της επιβίωσης να μας κάνει να αληθεύουμε; Ή να μας εμπνεύσει κάποια άλλη Μεγάλη Ιδέα;

Σε δυο τρία χρόνια θα ξέρουμε.